Ειρήνη Βεργοπούλου

Τα καπάκια από τις μπύρες.

Ο Ιούλης στο Μπάφι δεν καψάλιζε ποτέ πολύ, γιατί είχε ολόγυρα τότε πρασινάδα και πάμπολλα νερά.  Από κάτι στραβές, χοντρές σωλήνες του δήμου , μπορούσες να ξεδιψάσεις με τόσο μπόλικο και κρυστάλλινο  βουνίσιο νερό , που σου πόναγε απρόσμενα το λαιμό η δύναμή του ,  σαν  να  καιγόσουν  από  το  πάγωμα.

‘Οταν κουραζόμασταν πια από τη βόλτα και είχαμε ιδρώσει, ο πατέρας μου μας έλεγε να κοντοσταθούμε λίγο στο μονοπάτι μέσα στο μικρό δάσος, εκεί που ήταν μια  γερτή κατασκευή  από  όπου   και  ανάβλυζε με χοντρή ροή το νερό,   ερχόμενο   από τα ψηλά  με ορμή και ασταμάτητα.  ‘Εσκυβε πρώτος αυτός για να πιει,  και έμοιαζε σαν να απέδιδε τιμές και να προσκυνούσε τον κρουνό. ‘Υστερα, σαν να ακολουθούσε η οικογένεια μια ιεροτελεστία, μας έδειχνε η μάνα μου σε μένα και στον αδελφό μου πώς να δροσιστούμε   και  εμείς  με προσοχή, χωρίς να βρέξουμε τα ρούχα μας από τη φόρα του υγρού.
Τελευταία από όλους δροσιζόταν αυτή, με μικρές και σύντομες πάντα γουλίτσες, μετρημένη   καθώς  είναι σε όλα της, αφού πρώτα οι άλλοι τρεις είχαμε καλά ξεδιψάσει.

Αυτή η στάση – προσκύνημα γινόταν κάθε φορά που μας πηγαίναν οι γονείς μας εκδρομή και περίπατο στο Κρυονέρι. Η εκδρομή μας φαινόταν συναρπαστική μεταξύ άλλων και επειδή για να πάμε μπαίναμε σε πραγματικό τρένο, που το θωρούσαμε σαν γιγαντιαία απομίμηση των παιχνιδιών τρένων μπαταρίας που είχαμε σπίτι , και τρελαινόμαστε να παίζουμε μαζί τους,    επάνω  στην  τάβλα  με τις καρφωμένες ράγες. Εκείνα τα χρόνια, όχι   και τόσο πολύ μακρινά, δεν ήταν απαραίτητο όλες οι οικογένειες να έχουν αυτοκίνητο, έτσι  κι εμείς που δεν είχαμε, ήταν φυσιολογικό.

Μετά το περπάτημα και το ξεδίψασμα, καταλήγαμε σταθερά σε μια τοπική ταβέρνα. Παραδίπλα   είχε  και  μια   υποτυπώδη παιδική χαρά, από αυτές με τις δυο σανίδες με σκουριασμένες αλυσίδες που περνάγανε   παινεσιάρικα  για κούνιες, και μια εντελώς φαγωμένη από τη λύσσα του χρόνου τσουλήθρα,  με  τσίγκινες  ακίδες,  που εύκολα μπορούσε να σου ξεσκίσει τα πόδια. Αλλά για μας, έξη και επτά χρόνων τότε, η τσουλήθρα ήταν όμορφη, το ίδιο και οι  πρόχειρες  κούνιες.

Καθόμασταν λοιπόν να φάμε, εκεί στην ταβέρνα, και ο πατέρας , μερακλής   πάντα στο καλό φαγητό, παράγγελνε πολλά πιάτα και ορεκτικά.  Μέχρι να έρθουν οι παραγγελίες, καθόμουν χάμω , στο έδαφος με τα χαλίκια, πράγμα που πάντα εκνεύριζε πολύ την μητέρα μου.  ‘Εχωνα τα χέρια μου μέσα στο παχύ στρώμα χαλικιού, και γδερνόντουσαν οι μικρές παλάμες μου, γδερνόντουσαν και τα εξάχρονα, αμάθητα ποδαράκια μου με τα αγύμναστα μαλακά,  βελουτέ  γόνατα του παιδιού της πόλης. ‘Ασπρες γινόντουσαν  εν  τέλει  οι παλάμες μου από το χαλίκι, και εξοργισμένη μου καθάριζε τα χέρια η μάνα μου μετά, με βρεγμένη χαρτοπετσέτα.

Αλλά εγώ είχα το θησαυρό μου. ‘Εψαχνα να βρω όλο και περισσότερα καπάκια μπύρας. Τρελαινόμουν για τα καπάκια από τις μπύρες. Μα πόσα πολλά ήτανε,  τα  άτιμα.  Πολύχρωμα, εκατοντάδες από αυτά, από όλες τις μάρκες μπύρας που υπήρχαν τότε .  Βγαλμένα, καρατομημένα από τα γυάλινα μπουκάλια με τις ζωηρές ετικέτες. Οι σερβιτόροι   άνοιγαν  τις μπύρες με άψογη επιδεξιότητα και τεχνική, με το ένα χέρι, ισορροπώντας τες ευέλικτα στο   ένα πόδι τους,  ενώ  με  το  άλλο χέρι  κρατούσαν δίσκο  και  με  το  άλλο  πόδι  στηριζόντουσαν,  και σε όλη την ατμόσφαιρα ακουγόταν διαρκώς ένα ‘πλοπ’ – ‘πλοπ’ -‘πλοπ’.  Και γέμιζε το έδαφος κάτω καπάκια πολλά.  ‘Αλλα λιωμένα, πατημένα από καιρό και ισοπεδωμένα, ένα  με  το  τσιμέντο,  σα σφραγιδούλες να  έχουν  γίνει.  ‘Αλλα όμως φρέσκα, με τα δαντελένια δοντάκια τους  σαν γιρλάντα, ανώτερα   σε  αξία   κι από νομίσματα πειρατών. Και εγώ να τα μαζεύω, να τα χώνω το ένα μέσα στο άλλο,να φτιάχνω μασούρια, να τα μετράω,να νιώθω τόσο πλούσια σε χρήματα όσο δεν ένιωσα έκτοτε ποτέ στη ζωή μου. ‘Ηταν ο θησαυρός μου, και ήταν τόσο εύκολο, τόσο καθαρό, και ήταν μόνο για κάποιες Κυριακές.

Μια τέτοια Κυριακή, έφτιαχνα τα μασούρια μου, χωμένη κάτω από το τραπέζι, βλέποντας μόνο τα πόδια της μάνας μου, του πατέρα μου, του αδελφού μου, και των σερβιτόρων που πηγαινοέρχονταν γοργά. ‘Ακουγα και το μουρμουρητό από τις κουβέντες των υπολοίπων θαμώνων, από τις παραγγελίες και τις οδηγίες των γκαρσονιών για την κουζίνα, και τα τσιριχτά γέλια άλλων παιδιών στις κούνιες. Το φαί μας το είχαμε τελειώσει. Ως συνήθως, ο μπαμπάς θα μας έβαζε μετά αινίγματα και λογοπαίγνια, όπως για το φίδι που είναι ‘όφις’ στην καθαρεύουσα και ‘όφφις’ στα αγγλικά….
Κάποια στιγμή, απότομα, ενώ μετρούσα ‘νομίσματα’, η φασαρία ολόγυρα μειώθηκε πολύ.
Σαν να μείνανε από οξυγόνο και ανάσα οι πάντες.
Βγήκα από κάτω από το τραπέζι, ορθώθηκα, ίσιωσα τη φουστίτσα μου και κοίταξα να δω τί γίνεται. Τους είδα όλους να κοιτάνε προς το δρόμο που περνούσε μπρος από την ταβέρνα. ‘Αλλοι να κοιτάνε ευθεία όπως κάθονταν, και άλλοι να έχουν γυρίσει τον κορμό τους προς τα κει. Από κάπου μακρύτερα σαν να άκουγα μια καμπάνα να χτυπάει που και που, και ο ήχος της συνέπεσε με τον ήχο από το συριγμό των φρένων του τρένου που ερχόταν στο σταθμό ,και  από  το   φαλαινίσιο  ξεφούσκωμα του φουγάρου του.

Μια ομάδα ανθρώπων έρχονταν από το δρόμο προς εμάς. ‘Ητανε σιωπηλοί και με κατεβασμένα πρόσωπα. Οι πελάτες της ταβέρνας κοίταγαν την πομπή αμίλητοι για μερικά λεπτά ενώ οι περιπατητές δεν κοίταγαν πουθενά, απλά προχωράγανε. Μετά περάσανε από μπροστά μας. Είδα κάτι μεγάλα στρογγυλά πρωτομαγιάτικα στεφάνια ,   με  άρπες  σημαιούλες  μακρουλές,   και  γράμμτα  επάνω, να τα κρατάνε ψηλά με κάτι ξύλα, και   γυναίκες  με  μαύρα  να  προχωράνε  αγκαζέ,  και  άντρες  με  κοντομάνικα  άσπρα  πουκάμισα και  μαύρα  παντελόνια,  ιδρωμένοι   στο  στέρνο, χωρίς  γραβάτες.

Η πορεία παρέμενε αθόρυβη, μόνο κάτι γυναίκες που μου φαίνονταν γιαγιάδες ,πίσω από ένα ξύλινο κουτί που κάποιοι το κουβαλάγανε στα χέρια, κλαίγανε. Μερικοί θαμώνες   στην  ταβέρνα κάναν το σταυρό τους χωρίς να καταλαβαίνω το γιατί, και δεν ήξερα αν έπρεπε να τον κάνω και γω.
Γύρισα προς τη μαμά μου, και, μέσα στη σχεδόν σιωπή, είπα δυνατά : «γιατί κλαίνε;»
Αλλά δεν πήρα απάντηση. Μόνο ο αδελφός μου, που ήταν επτά χρόνων αλλά τόσο σοβαρός, που έμοιαζε πιο πολύ με νάνο σαραντάχρονο, παρά για επτάχρονο, είχε πλέξει τα χέρια του μπροστά του,   είχε  κατεβάσει  το  κεφάλι,   και γύρισε θυμωμένα προς εμένα και μου είπε : «Σσσσσσ!!…σκάσε!!»

Ξανακοίταξα προς την ομάδα ντροπιασμένη, και συνάμα ένιωσα μια μελαγχολία να βαραίνει τα παιδικά σπλάχνα μου, αλλά δεν ήμουν σίγουρη γιατί. ‘Ηθελα να σκύψω και να κρυφτώ πάλι κάτω από το τραπέζι.
Η πορεία τώρα είχε προσπεράσει εμάς και σε λίγα λεπτά χάθηκαν στην καμπή του δρόμου.
Οι παρέες και οι οικογένειες γύρισαν πολύ γρήγορα στο φαί τους και το μουρμουρητό από τις κουβέντες και ο μεταλλικός θόρυβος από τα μαχαιροπήρουνα ξανάρχισε.

«Τί στεφάνια ήταν αυτά μαμά;»…..ρώτησα, αλλά πάλι δεν πήρα απάντηση. Μου σκούπισε τα χέρια με τη βρεγμένη χαρτοπετσέτα, και επέστρεψα στο φαγητό μου, που είχε κρυώσει.

Προς το παρόν,   η  θλίψη  είχε  περάσει απλά ξυστά από μπρος μας, και είχε χαθεί στη στροφή του δρόμου.

Advertisements

Single Post Navigation

38 thoughts on “Τα καπάκια από τις μπύρες.

  1. Ειρήνη μου έχω μείνει άφωνη…Ε ξ α ι ρ ε τ ι κ ό!Τι κείμενο ήταν αυτό! Τι διαμάντι! Πόσο όμορφα και γλυκά μας εμπιστεύτηκες το άγγιγμα του θανάτου, στριμωγμένο στις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας…Εύγε! Συνέχισε, μη σταματάς!

  2. Πόλυ μου, σε ευχαριστώ πολύ για τα θερμά σου λόγια ;-))

  3. Σε ευχαριστώ που μοιράσεσαι μαζί μας τις σκέψεις σου. Να γράφεις! Έτσι, με τις λέξεις να αντιμετωπίσεις το θάνατο…ΥΓ.Περιμένω και τα επόμενα.

  4. 'Αστεγε, σε ευχαριστώ πάρα πολύ!!….γράφω ήδη τα επόμενα διηγήματα και θα τα αναρτήσω εδώ, όπως και στο Φέησμπουκ….

  5. Ειρήνη μου καλησπέρα, Κατάφερα να διαβάσω το διήγημα σου και καταρχάς μου άρεσε ο λιτός τρόπος που περιγράφεις τις παιδικές σου αναμνήσεις χωρίς συναισθηματισμούς και λογοτεχνισμούς, μεγάλη υπόθεση! Πιστεύω ότι έχεις αυτό το χάρισμα… όντως κατάφερες να με βάλεις και μένα κάτω από το τραπέζι…αχ αυτά τα καπάκια πραγματικός θησαυρός, θυμάμαι και τον μεγάλο μου γιο να επιδίδεται σ' αυτό το σπορ! Όσο για τον θάνατο, κάτι εντελώς φυσικό…τότε!Για τον πατέρα σου μου είχε μιλήσει η Νατάσσα…άρα ήξερα!Περιμένω το επόμενο!

  6. Στεφανία μου σε ευχαριστώ γλυκιά μου πάρα πολύ που το διάβασες, σε ευχαριστώ και για τα καλά σου λόγια ….Το συγκεκριμένο διήγημα είναι συνδυασμός αναμνήσεων με επεξεργασία των καταστάσεων από μεταγενέστερο χρονικό σημείο…..Θα επακολουθήσουν και άλλα διηγήματα, που προς το παρόν είναι στο "ντουλάπι" του μπλογκ….Να περνάτε καλά εκεί στην αρχόντισσα Σκιάθο και να έχετε ένα, τί άλλο, "μαγικό" καλοκάιρι ;-)))

  7. Μου αρέσει τόσο όταν γράφεις έτσι…Τρυφερό και όμορφο που είναι τι κείμενό σου…Φιλιά πάμπολλα!

  8. Ντίνα μου σε ευχαριστώ πολύ!….έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου να υπάρξει συστηματικά συνέχεια!!….πολλά φιλιά!!

  9. Το διάβασα περισσότερες από μια φορές, ώστε να έχω την "ψυχραιμία" να σχολιάσω -μια και είναι δύσκολο πρώτα πρώτα, για μένα, να σχολιάσω εικόνες ανθρώπων που δεν είναι "μυθιστορηματικές" αλλά πραγματικές και τόσο πολύ αγαπημένες… Σα να (ξανα)είδα μπροστά μου το μπαμπά σου να σκύβει στη βρύση, τη μαμά σου να σας βοηθάει και να πίνει τελευταία, με τον τόσο λεπτεπίλεπτο και διακριτικό τρόπο που έχει για τα πάντα! Κι εσένα, μικρό κοριτσάκι να μαζεύει καπάκια στα βότσαλα -αλήθεια, τελικά όλοι το κάναμε αυτό!Έχεις έναν όμορφο τρόπο να μεταφέρεις τις εικόνες, τρυφερά και καθόλου "μελό" -μου άρεσε πάρα πολύ. Και -δεν θα στο ξαναπώ -συνέχισε!:)Πολλά φιλιά

  10. Νατάσσα μου, η ψηφιακή ζωή μας ξανάφερε κοντά και στην πραγματική ζωή και ξαναπιάσαμε το νήμα από κει που είχε μείνει…Οι μνήμες μας τελικά είναι ο θησαυρός μας, και πραγματική πατρίδα μας η παιδική ηλικία έτσι;….και οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν παρά μόνο όταν τους ξεχάσουμε…Πολλά φιλιά και ό, τι καλύτερο για σένα και τον μικρούλη "θησαυρό" σου ;-)))

  11. πολύ όμορφο! μπράβο!!!!

  12. Ευχαριστώ μπλάκεντ, να σαι καλά ;-))

  13. κοριτσακι μου ειναι υπεροχο!!!ΜΠΡΑΒΟ..εχω συγκινηθει αφανταστα…!!

  14. ……και γω συγκινούμαι για τον καλό σου λόγο Αθανασία μου…..ελπίζω στ αλήθεια να σου άρεσε και να σε άγγιξε……γιατί ξέρεις πόσο σ αγαπώ….;-))))

  15. Οι μνήμες μας είμαστε εμείς. Πρωταγωνιστές δράσης και παρατήρησης μαζί, "γράφουμε" – καταγράφοντας τ' αποτυπώματα του μικρομεγάλου κόσμου μας. Συλλογές από πολύτιμα και ημιπολύτιμα που όμως είναι δικά μας.Η δική σου "γραφή", Ειρήνη μου, έχει τον δικό της κρυμμένο θησαυρό..Σ' ευχαριστώ που τον μοιράζεσαι μαζί μας!

  16. Και για μένα θησαυρός η ενθάρρυνσή σου, και η φιλία σου!!!……να σαι πάντα καλά!!!

  17. Πολύ συγκινητικό, ανθρώπινο και δοσμένο με την παιδικότητα που αποπνέεις Ειρήνη όταν αποφασίζεις να στραφείς προς τα πίσω, εκεί στις αναμνήσεις που είτε το θέλουμε είτε όχι καθορίζουν την υπόλοιπη ζωή μας. Τα καπάκια συμβολίζουν την τάση σου να συγκεντρώνεις μικρές αξίες που αν τις τοποθετήσεις σ ένα μεγάλο κουβά μπορεί να γίνουν πανανθρώπινες αξίες. Μπράβο βρε Ειρήνη,σκίζεις.

  18. Ρίτσα μου, με συγκινεί η ενθάρρυνσή σου πάρα πολύ, ειλικρινά, και το καίριο σχόλιό σου είναι κόσμημα κάτω από το κέιμενο….είσαι σπουδαίος άνρωπος ;-)))

  19. ο πατέρας είναι ο ..πρωταγωνιστής στη ζωή της Ειρήνης,ένας πατέρας τρυφερός και έξυπνος ,που φαίνεται να άφησε στην Ειρήνη πολύτιμη παρακαταθήκη τη ψυχή και το πνεύμα του…Μπράβο Ειρήνη μου ,άξια θυγατέρα ,άξιου πατέρα …νάσαι καλά ,ναρθούν και τα άλλα τα πολύτιμα ,που έχεις μέσα σου να τα μοιραστείς μαζί μας !

  20. πραγματικά όμορφο Ειρήνη..το είδα κάποια στιγμή χθες.. σημειώνοντας απλά να το ξαναδω..με την προσοχή που του έπρεπε..και όπως λένε και οι προηγούμενοι..συνέχισε..γραφεις όμορφα Ειρήνη, μη σταματήσεις

  21. Βίκυ μου…..με συγκινείς πάρα πολύ για τα τρυφερότατα και ουσιαστικότατα λόγια σου….να σαι πάντα καλά και σε σένα όλα τα καλά επίσης!!

  22. Ανιρέτα , σε ευχαριστώ καλή μου για την προσοχή που τού δειξες και τα ευγενικά σου λόγια…..και σε σένα εύχομαι πάντα καλή έμπνευση και καλά γραψίματα!!

  23. γάργαρο κι απλό σα το νερό της πηγήςκι η σιωπή.. η στιγμή που το νερό παγωμένο απο τα σπλαχνα της γης,σε ακινητοποιείόμορφο!

  24. Ορέλια, χαίρομαι που σου άρεσε , επίσης ;-))Σε ευχαριστώ!!

  25. Ειρήνη μου!… Μελό δεν ήταν, όχι! Αλλά εγώ έκλαψα! Και δεν ντρέπομαι καθόλου που το λέω!Και δεν λέω τίποτα περισσότερο, κορίτσι μου! Τούτο μόνο: συνέχισε!!!Σ' ευχαριστώ που με "κάλεσες" να το μοιραστώ κι εγώ με τους φίλους σου! Σ' ευχαριστώ!

  26. Κάκια μου….η αυθόρμητη και αληθινή αντίδρασή σου με αγγίζει βαθειά…..αν και έκλαψες, χαίρομαι που σε άγγιξα!!….αυτό ήθελα, να τα μοιραστώ!…έπεται συνέχεια στο πεδίο του γραψίματος, με τη δική σας αγάπη και ενθάρρυνση!!!

  27. είσαι χαρισματικό παιδί.. το μολύβι σου πάνω στο χαρτί είναι η προέκταση της ψυχής σου…αναμεσα σε φθογγους, τόνους και τελείες που συμμαζεύουν λέξεις και νοήματα, σκορπάς τα στολίδια σου.. που και ποιος μυριάστερος ουρανός δεν θα ήθελε να κλέψει την λάμψη τους…….Θεανώ

  28. Θεανώ μου….δεν ξέρεις πόσο το σχόλιό σου "μετράει" για μένα…..αυτά που γράφεις τα κρατώ σαν κοσμήματα…….πολλά φιλιά και την αγάπη μου σου στέλνω…..

  29. Tina Constantatou Ειρήνη μου, ήταν δώρο κείνη η πρώτη συνάντηση να σε βρει σε τέτοια στιγμή, και με τους αγαπημένους σου τριγύρω…Και μπράβο που δεν της στάθηκες καθόλου αχάριστη!…
    Irini Vergopoulou Τίνα, μιλάω στο τέλος του διηγήματος για το πώς το κακό που θα ερχόταν μελλοντικά σε μας προς το παρόν απλά προσπέρασε εκέινη τη στιγμή……και η ματιά του κοριτσιού προς τα πράγματα….αισθήσεις που χάθηκαν…..
    Tina Constantatou Τίποτα δε χάνεται..Ι
    ω Ευσταθίου Καταπληκτικά τρυφερό…μυρίζει Ειρήνη..το αναδημοσίευσα ακανθοαδέρφι!!!!!
    Irini Vergopoulou Ιώ μου σε ευχαριστώ πολύ πολύ!!!

  30. Poly Hatjimanolaki Ειρήνη, σου άφησα σχόλιο όταν σε διάβασα στο μπλογκ…με την πρώτη αίσθηση που μου προκάλεσε το κείμενό σου: διαύγεια σαν διαμάντι! Έχεις και το χάρισμα της γραφής και αυτό αποδεικνύεται όταν δοκιμάζεις την πένα σου σε περιοχές λιγότερο ασφαλείς από αυτές του ενδιαφέροντος και του σχολιασμού της επικαιροτητας που μας έχεις συνηθίσει. Η προσωπική ανάμνηση, η ανάμνηση της παιδικής ηλικίας υπερβαίνει την προσωπική εξομολόγηση και γίνεται στοχασμός για το άγγιγμα του θανάτου…που μας υποβάλλεις την ιδέα – μη γνωρίζοντας την προσωπική σου ιστορία – να υποθέσουμε ότι θα ξαναχτυπήσει…Ρίγος και μούδιασμα στο τέλος, τίποτε δεν είναι όπως πριν, ούτε αυτό το παιχνίδι με τα καπάκια…Συνέχισε λοιπόν, περιμένουμε κι άλλα δείγματα γραφής σ΄αυτό το δρόμο…Εύγε και από δω!

    Irini Vergopoulou Πόλυ μου, σε ευχαριστώ από καρδιάς για τα καλά σου λόγια και εδώ……τα κείμενα γνώμης και επικαιρότητας είναι άλλου ύφους και θέλουν και αυτά το δούλεμά τους….αλλά η καρδιά μου ναι, είναι στη λογοτεχνία…….η αγάπη σου και η ενθάρρυνσή σου , όπως και των άλλων φίλων ,με συγκινεί και το ξέρεις….να σαι πάντα καλά!!!!

  31. Ειρήνη μου ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!! Συγχαρητήρια που ξεδίπλωσες το ταλέντο που σου δόθηκε. Κι ένα μεγάλο "ευχαριστώ" που θέλησες να το μοιραστείς μαζι μας. Με τιμά η φιλία σου

  32. Πάρα πολύ καλό Ειρήνη μου! Συνέχισε γιατί όπως λένε οι ειδικοί σε αυτές τις περιπτώσεις: "το έχεις!" Καθώς επίσης και το μεγάλο ζητούμενο των καλών διηγημάτων: το δυνατό τελείωμα!Μια παρατήρηση μόνο σαν μεγαλύτερος που θα ήθελα να κάνω είναι ότι θα μπορούσες να μαζέψεις πιο πολύ κάποιες προτάσεις. Παράδειγμα: "Εκείνα τα χρόνια, όχι πολύ μακρινά, δεν ήταν απαραίτητο όλες οι οικογένειες να έχουν αυτοκίνητο."

  33. Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια Ναυαρίνε, ελπίζω να σε άγγιξε και σένα, όπως πολύν κόσμο….Τί εννοείς όμως να μαζέψω τη συγκεκριμένη πρόταση;…δεν είναι μεγάλη, και αυτό που λέει εννοεί. Ευχαριστώ πάντως ειλικρινά και πάλι :-))

  34. Λένα, σε ευχαριστώ για το θερμό σου σχόλιο!!

  35. Τελικά δεν είμαι ο μόνος που είχε τη μανία με τα καπάκια ε;Πρόσφατα "ανακάλυψα" το blog, και μου έκανε εντύπωση αυτό το κείμενο. Ίσως επειδή βίωσα πολύ νωρίς το θάνατο μέσα στην οικογένειά μου. Αλλά και οι περιγραφές πολύ παραστατικές-γλαφυρές, ήταν σα να ήμουν εκεί!Γιώργος

  36. Καλημέρα Γιώργο,χαίρομαι που σου άρεσε το κείμενο, όπως γράφω και πιο πάνω, πολύς κόσμος ένιωσε ότι τον αγγίζει. Το διήγημα είναι συνδυασμός αληθινής ανάμνησης ειπωμένης με την απόσταση του χρόνου. Τώρα που είμαι αρκετά χρόνια μετά, βλέπω τα ανεμελιά της παιδικής ηλικίας που δεν καταλαβαίνει κανείς όταν είναι παιδί και προστατευμένος.

  37. Μπράβο Ειρήνη. Δυνατό, διακριτικό, ακριβό συναίσθημα…!

  38. μπραβο βρε Ειρηνη μπραβο, ωραια διηγηση !
    απιστευτο, εζησα ενα απαραλλακτο περιστατικο -πενθιμη πομπη- σε αντιστοιχη ηλικια σε επαρχιακη πολη , η οποια και διεκοψε εκεινη την ωρα την αγωνιωδη προσπαθεια να μαζεψω οτι καπακια υπηρχαν ολογυρα , ηταν μια ανεξιτηλη εικονα που εμφανιζοτανε μεσα σε μια απολυτη σιγη, ειναι απο τα πραγματα που θυμαμαι ακομα και μετα απο δεκαετιες …
    το καλο ειναι οτι εξακολουθω να διατηρω αυτον τον θησαυρο απο καπακια. Ισως και αυτο να ειναι η αιτια που το περιστατικο δεν εσβησε απο τη μνημη μου. Ο δικος σου θησαυρος υπαρχει ακομα? (η τουλαχιστον ενα μερος του?) Αν ναι , και τι δεν θαδινα για να τον δω, εστω και μια φωτογραφια του.

    Και παλι μπραβο, υπεροχο κειμενο
    Χρηστος ο θησαυροφυλακας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: