Ειρήνη Βεργοπούλου

Μια τόση ανάγκη για κουβέντα.

Σε ένα  τρόλλεϋ πριν κάνα δυο μήνες. Εγώ και μια φίλη μου ανεβήκαμε από τη στάση έξω από μεγάλο κοιμητήριο της Αθήνας. Για μας, ήταν ένα προσκύνημα στους απελθόντες δικούς μας, μια και ήταν και χρονιάρες μέρες.

Μέσα στο όχημα, τόσοι διαφορετικοί άνθρωποι, ερχόμενοι από προηγούμενες στάσεις, ταξιδιώτες για τις επόμενες. Στα δεξιά μου και όρθιοι, δυο νεαροί, μα πολύ νεαροί, ενδεχόμενα από Πακιστάν ή Μπαγκλαντές, άκουγαν ‘λαϊκά’, δικά μας ‘σουξέ’, από ένα μεγάλο, παλιό ραδιοκασετόφωνο, ή έτσι μου φάνηκε ότι ήταν. Κάποια στιγμή αυτοί τσακώθηκαν άσχημα με έναν άλλο επιβάτη, μετανάστη και αυτόν από άλλη χώρα, για κάτι που από την πλευρά του ειπώθηκε και τους έθιξε. Παρά την αρχική ένταση, το επεισόδιο δεν συνεχίστηκε. Πίσω μου άκουγα σε όλη τη διαδρομή δυο γυναίκες Αφρικανικής καταγωγής να συνομιλούν πολύ ζωηρά, στη γλώσσα τους. Φαντάστηκα, για κάποια ζητήματα δικά τους, οικογενειακά, με το πάθος που έχουν όλες οι κουβέντες στην υφήλιο όταν μιλάς για το αίμα σου. Στο μήκος όλου του τρόλεϋ, κυρίως ηλικιωμένοι μέσα, ραγισμένοι από την οστεοπόρωση οι περισσότεροι και περισσότερες, με τα στυφά ρούχα της μικρής σύνταξης και της μικρής ζωής. Ελάχιστα νεότερα πρόσωπα εντός, χωμένα ολότελα αυτά στο δικό τους κόσμο, με τα ακουστικά τους , ή μπρος στην οθόνη του εξυπνοτηλέφωνου.

Στην τετράδα καθισμάτων που καθόμασταν, στο ‘σαλονάκι’, απέναντί μας ήταν δυο τύποι. Αυτό απλά, δυο τύποι. Κοντά στα σαράντα θα ήταν αμφότεροι. Ο ένας μιλούσε με τον εαυτό του κατά στιγμές, κάτι έλεγε, δεν γινόταν κατανοητό, και ούτε και σκόπευε μάλλον να πει κάτι για τους άλλους κατανοητό. Κάθε πέντε λεπτά έκανε μια κίνηση με τα χέρια του, μια αλλόκοτη κίνηση, σαν να διέγραφε ένα τρίγωνο στον αέρα. Και την επανέλαβε τουλάχιστον τρεις φορές μέχρι να κατέβει είκοσι λεπτά μετά, σαν να εκτελούσε μια τελετουργία, σαν να οραματιζόταν κάτι μπροστά του που εμείς δεν βλέπαμε, πράγμα το οποίο και δεν τον ένοιαζε φυσικά.

Τον άλλο, τον έβλεπα διαγώνια. ‘Ενα μέτρο μας χώριζε, τουλάχιστον κατά κυριολεξία. ‘Ηταν πολύ αδύνατος, με μούσι αδέξιο, με ανθρακί επιδερμίδα, και μάγουλα με κουφάλες. Στους πήχεις των χεριών του από τις εσωτερικές πλευρές τους  είχε τατουάζ, αδιευκρίνιστων νοημάτων. Η φίλη μου δίπλα μου είχε στο μεταξύ  ανοίξει το τάμπλετ της και σέρφαρε σε ιστοσελίδες, ώσπου μου έδειξε τις φωτό από μια διαφήμιση μεγάλου  θεματικού πάρκου. Της είπα ότι δεν με ενδιαφέρουν, και ότι ούτε έφηβη αν ήμουν θα πήγαινα σε αυτά, γιατί ζαλίζομαι.

‘Το έδειξε το πρωί η τηλεόραση’, μας απηύθυνε ξάφνου το λόγο ο απισχνασμένος μουσάτος. 

Τον κοιτάξαμε και οι δυο σιωπηλά, περιμένοντας τι άλλο θα έλεγε παρακάτω.

‘Είναι πολύ ωραία στο πάρκο εκεί, κυρίως για μικρά παιδάκια. Θέλει η κόρη μου να πάει’ συνέχισε αυτός. ‘Αλλά δεν την έχω πάει, δεν τη βλέπω πολύ’ πρόσθεσε, και κοίταξε έξω από το τζάμι την κίνηση, με χνάρια τύψης στα μάτια του. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα και είπα να του μιλήσω. 

‘Πόσο χρονών είναι η κόρη σας;’ ρώτησα.

Γύρισε και με κοίταξε με ένα ξάφνιασμα .

‘Δέκα’, απάντησε αμέσως, σχεδόν ενθουσιασμένος  ‘και διαβάζει όλον τον Βερν, τον Ιούλιο Βερν’.    Η φωνή του ακούστηκε ιδιαίτερα ευγενική, μέχρι  και η εκφορά του ονόματος ‘Ιούλιος Βερν’ του βγήκε εκλεπτυσμένη. Κάποτε, κάπως, αυτός ο άνθρωπος, θα υπήρξε αναγνώστης του Βερν. Θα υπήρξε σπουδαστής, ίσως φοιτητής, θα είχε δουλέψει κάπου, σκέφτηκα.   Σου άφηνε μια  αίσθηση προγενέστερης ‘κανονικότητας’ και συμβατικότητας.  

Δεν ειπώθηκε τίποτα άλλο αναμεταξύ μας, και οι στάσεις συνέχιζαν να προσπερνούν. Δέκα λεπτά αργότερα, ο ευκαιριακός συνομιλητής μας σηκώθηκε, με κάποια αγαρμποσύνη, και κατέβηκε από το ‘σαλονάκι’. Το τζην του ήταν εξαιρετικά παλιοκαιρινό. 

‘Να χαίρεστε τα παιδάκια σας, αν έχετε’ μας είπε, με μια τρυφεράδα  επίσης παλιοκαιρινή, και εμείς του χαμογελάσαμε, χωρίς απόκριση. Αποβιβάστηκε έπειτα, αφού τα αρθριτικά της πόρτας του οχήματος γκρίνιαξαν, και τον εξαφάνισαν πια, στο κλείσμό της.

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

4 thoughts on “Μια τόση ανάγκη για κουβέντα.

  1. Καιρό είχες να μας δώσεις Ειρήνη μου, ένα παρόμοιο κείμενο και με πολύ ενδιαφέρον και χαρά, μοιράστηκα μαζί σου αυτή τη «διαδρομή»…
    Προσωπικά, έχω δει πόσο ανάγκη έχουν οι άνθρωποι να μιλήσουν και αυτός είναι ένας λόγος που πολλές φορές ανοίγω συζήτηση και στα ποιο απίθανα μέρη, όπως πχ στις ουρές ή περιμένοντας το λεωφορείο και αυτή η ολιγόλεπτη κουβεντούλα πάντα με αφήνει με μια γλύκα και συχνά έχω την αίσθηση πως είναι αμοιβαία!
    ΑΦιλιά καρδιάς πάντα! :)

  2. Πολύ όμορφη ιστορία, ρεαλιστική κι ανθρώπινη! μου θύμησες εκείνη την ταινία με τις «Ιστορίες καθημερινής τρέλας», παει καιρός. Να έχεις μια ‘ομορφη εβδομάδα!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: