Ειρήνη Βεργοπούλου

Archive for the category “Μετεικάσματα – ( ή, τι είδα).”

GR80s έκθεση : γράφει Ιστορία.

20170125_193345

Το  «σαλονάκι»  της αναπαράστασης ενός σπιτιού του ’80.

Την Τετάρτη 25 Ιανουαρίου άνοιξε τις πύλες της η επί μήνες αναμενόμενη έκθεση-αφιέρωμα στη δεκαετία του 1980, στην Τεχνόπολη στο Γκάζι. Η έκθεση αυτή, που είναι μια σύλληψη των βασικών διοργανωτών και επιμελητών της, καθηγητών Παναγή Παναγιωτόπουλου και Βασίλη Βαμβακά, έχει πλέον τραβήξει επάνω της, και δικαίως, τα «φώτα» των ευρύτερων έντυπων και ψηφιακών Μέσων. Ωστόσο, το εγχείρημα αυτό ήταν υπό εξέλιξη για μήνες και, παρακολουθώντας το εν τη γενέσει του και με προσδοκίες πολλές για την επιτυχία του, αρκετός κόσμος ανταποκριθήκαμε τους μήνες του φθινοπώρου στο κάλεσμα  να προσκομίσουμε προσωπικά μας τεμάχια αναμνήσεων από τα ‘έιτιζ’. ‘Ετσι έχουν τώρα  συλλεχθεί και, με ευρηματικότητα και επιμέλεια τακτοποιηθεί, χιλιάδες αντικείμενα/memorabilia (πια) στο χώρο της Τεχνόπολης. Η αξία της έκθεσης είναι μεγάλη, καθώς πρώτη φορά γίνεται σε τέτοια κλίμακα προσπάθεια συγκέντρωσης , εκτίμησης, ταξινόμησης και παρουσίασης, καθημερινού και αρχειακού υλικού μιας οποιασδήποτε εποχής της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ταπεινή μου άποψη ότι το έργο αυτό, που μέχρι τα μέσα Μαρτίου θα περιλαμβάνει και πάρα πολλές παράλληλες εκδηλώσεις και «τραπέζια» συζητήσεων, θα γεννήσει όλο και περισσότερες κουβέντες και αναλύσεις τόσο ως προς το ίδιο αυτό καθ’εαυτό, όσο και ως προς τη μεθοδολογία αξιολόγησης των ιστορικών περιόδων, όσο αυτές είναι ακόμα σχετικά πρόσφατες στη μνήμη.

Η έκθεση, λαμβάνει όπως είπαμε χώρα εντός της Τεχνόπολης και σε σύμπραξη με τον Δήμο Αθήνας, και επιμερίζεται σε δέκα διαφορετικά κτίρια στο εσωτερικό, τα οποία με τη σειρά τους εσωκλείουν δεκαοκτώ διαφορετικές ενότητες. Κάθε ενότητα έχει τους δικούς της επιμελητές, άτομα διακεκριμένα στον τομέα τους που συμπράττουν στα GR80s, ενώ στον επισκέπτη δίδεται με την είσοδο σχετικός χάρτης για να προσανατολιστεί.

Το ιστολόγιο αυτό πήγε και στα εγκαίνια της Τετάρτης, όσο και το απόγευμα της Κυριακής 29 του μήνα, και με χαρά είδαμε πολύ πλήθος να επισκέπτεται το χώρο, περιμένοντας στις ουρές για να μπει μέσα στα θεματικά περίπτερα, και κυρίως στο κτίριο όπου έχει γίνει αναπαράσταση ενός τυπικού διαμερίσματος των 80ς. Ακόμα μεγαλύτερη η χαρά μου, και ο σχεδόν εφηβικός ενθουσιασμός, όταν εντόπισα σε διάφορα σημεία τα αντικείμενα που είχα προσκομίσει και που εκτίθενται σε πολλαπλά θεματολογικά σημεία.

Κάτω:  πλήθος στην ουρά περιμένει μέσα στην παγωνιά την Κυριακή 29 Ιανουαρίου, για να μπει στο περίπτερο όπου έχει αναπαραχθεί ένα διαμέρισμα στο στυλ του ’80.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Κάτω :  ένα αυθεντικό πράσινο λεωφορείο της κλασικής γραμμής Σύνταγμα-Πειραιάς, κλέβει τις εντυπώσεις.

Κάτω:   μερικά από τα χιλιάδες χαρακτηριστικά αντικείμενα του ’80 που εκτίθενται.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Τα προγράμματα κινηματογράφων που είχα κρατήσει.

Κάτω : το Lifestyle  της εποχής.

Κάτω :  Ιδεολογία και κοινωνία.

Κάτω:  πολύ ωραία δουλειά στο περίπτερο για τη Βιβλιοθήκη του ’80.

Στη βραδιά των εγκαινίων, απολαμβάνουμε στο τέλος μια «σεράνο» εποχής, στην καφετέρια της Τεχνόπολης.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Advertisements

«Καβαφικός» κρατήρας.

 

20160818_223725

Φωτογραφία μου από  εχθές, από το Αρχαιολογικό Μουσείο, από μια εξαίρετη βραδιά στο φως της πανσελήνου, και όπου με συγκίνηση που ξαναείδα τα ανεκτίμητα για τη μνήμη της ανθρωπότητας κειμήλια.

Μεταξύ άλλων πολλών που με έκαναν σχεδόν να δακρύζω, αυτό, και οι συνειρμοί του που μου έφερε.

 

Ο «Κρατήρας της μάχης», όπως λέγεται, από την Ακρόπολη των Μυκηνών, έκθεμα του «Αθέατου Μουσείου», για λίγο καιρό ακόμα στα μάτια του κοινού, ανασυρμένος από τις αποθήκες του ιδρύματος. Φέρει μια συγκινητική ιστορία επάνω του, μεταξύ άλλων επειδή, καθώς αποδείχτηκε, ήταν αφιερωμένος σε 18χρονο πεσόν στον πόλεμο αρχοντόπουλο. Τα τελευταία λόγια στην πληροφοριακή περιγραφή δίπλα, μου βγάζουν Καβαφική αίσθηση:
«Η προσφορά του σε έναν από τους νεότερους πρίγκιπες του νεκροταφείου υποδηλώνει τον αναπάντεχο θάνατο ενός μελλοντικού ηγέτη, που απόλαυσε βίο μικρό με μεγάλες προσδοκίες»

 

 

 

Πληροφορίες εδώ:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7%CF%82

 

 

Και το ποίημα του Καβάφη που  μου ήλθε στο νου:

 

Η Κηδεία του Σαρπηδόνος

Bαρυάν οδύνην έχει ο Zευς. Tον Σαρπηδόνα
εσκότωσεν ο Πάτροκλος· και τώρα ορμούν
ο Mενοιτιάδης κ’ οι Aχαιοί το σώμα
ν’ αρπάξουνε και να το εξευτελίσουν.

Aλλά ο Zευς διόλου δεν στέργει αυτά.
Tο αγαπημένο του παιδί ― που το άφισε
και χάθηκεν· ο Nόμος ήταν έτσι ―
τουλάχιστον θα το τιμήσει πεθαμένο.
Kαι στέλνει, ιδού, τον Φοίβο κάτω στην πεδιάδα
ερμηνευμένο πώς το σώμα να νοιασθεί.

Tου ήρωος τον νεκρό μ’ ευλάβεια και με λύπη
σηκώνει ο Φοίβος και τον πάει στον ποταμό.
Tον πλένει από τες σκόνες κι απ’ τ’ αίματα·
κλείει την πληγή του, μη αφίνοντας
κανένα ίχνος να φανεί· της αμβροσίας
τ’ αρώματα χύνει επάνω του· και με λαμπρά
Oλύμπια φορέματα τον ντύνει.
Tο δέρμα του ασπρίζει· και με μαργαριταρένιο
χτένι κτενίζει τα κατάμαυρα μαλλιά.
Tα ωραία μέλη σχηματίζει και πλαγιάζει.

Tώρα σαν νέος μοιάζει βασιλεύς αρματηλάτης ―
στα εικοσιπέντε χρόνια του, στα εικοσιέξι ―
αναπαυόμενος μετά που εκέρδισε,
μ’ άρμα ολόχρυσο και ταχυτάτους ίππους,
σε ξακουστόν αγώνα το βραβείον.

Έτσι σαν που τελείωσεν ο Φοίβος

την εντολή του, κάλεσε τους δυο αδελφούς
τον Ύπνο και τον Θάνατο, προστάζοντάς τους
να παν το σώμα στην Λυκία, τον πλούσιο τόπο.
Kαι κατά εκεί τον πλούσιο τόπο, την Λυκία
τούτοι οδοιπόρησαν οι δυο αδελφοί
Ύπνος και Θάνατος, κι όταν πια έφθασαν
στην πόρτα του βασιλικού σπιτιού
παρέδοσαν το δοξασμένο σώμα,
και γύρισαν στες άλλες τους φροντίδες και δουλειές.

Kι ως τόλαβαν αυτού, στο σπίτι, αρχίνησε
με συνοδείες, και τιμές, και θρήνους,
και μ’ άφθονες σπονδές από ιερούς κρατήρας,
και μ’ όλα τα πρεπά η θλιβερή ταφή·
κ’ έπειτα έμπειροι της πολιτείας εργάται,
και φημισμένοι δουλευταί της πέτρας
ήλθανε κ’ έκαμαν το μνήμα και την στήλη.

 

[Και φωτογραφία μου και από έξω από το Αρχαιολογικό].

 

20160818_230822

 

 

Μια τόση ανάγκη για κουβέντα.

Σε ένα  τρόλλεϋ πριν κάνα δυο μήνες. Εγώ και μια φίλη μου ανεβήκαμε από τη στάση έξω από μεγάλο κοιμητήριο της Αθήνας. Για μας, ήταν ένα προσκύνημα στους απελθόντες δικούς μας, μια και ήταν και χρονιάρες μέρες.

Μέσα στο όχημα, τόσοι διαφορετικοί άνθρωποι, ερχόμενοι από προηγούμενες στάσεις, ταξιδιώτες για τις επόμενες. Στα δεξιά μου και όρθιοι, δυο νεαροί, μα πολύ νεαροί, ενδεχόμενα από Πακιστάν ή Μπαγκλαντές, άκουγαν ‘λαϊκά’, δικά μας ‘σουξέ’, από ένα μεγάλο, παλιό ραδιοκασετόφωνο, ή έτσι μου φάνηκε ότι ήταν. Κάποια στιγμή αυτοί τσακώθηκαν άσχημα με έναν άλλο επιβάτη, μετανάστη και αυτόν από άλλη χώρα, για κάτι που από την πλευρά του ειπώθηκε και τους έθιξε. Παρά την αρχική ένταση, το επεισόδιο δεν συνεχίστηκε. Πίσω μου άκουγα σε όλη τη διαδρομή δυο γυναίκες Αφρικανικής καταγωγής να συνομιλούν πολύ ζωηρά, στη γλώσσα τους. Φαντάστηκα, για κάποια ζητήματα δικά τους, οικογενειακά, με το πάθος που έχουν όλες οι κουβέντες στην υφήλιο όταν μιλάς για το αίμα σου. Στο μήκος όλου του τρόλεϋ, κυρίως ηλικιωμένοι μέσα, ραγισμένοι από την οστεοπόρωση οι περισσότεροι και περισσότερες, με τα στυφά ρούχα της μικρής σύνταξης και της μικρής ζωής. Ελάχιστα νεότερα πρόσωπα εντός, χωμένα ολότελα αυτά στο δικό τους κόσμο, με τα ακουστικά τους , ή μπρος στην οθόνη του εξυπνοτηλέφωνου.

Στην τετράδα καθισμάτων που καθόμασταν, στο ‘σαλονάκι’, απέναντί μας ήταν δυο τύποι. Αυτό απλά, δυο τύποι. Κοντά στα σαράντα θα ήταν αμφότεροι. Ο ένας μιλούσε με τον εαυτό του κατά στιγμές, κάτι έλεγε, δεν γινόταν κατανοητό, και ούτε και σκόπευε μάλλον να πει κάτι για τους άλλους κατανοητό. Κάθε πέντε λεπτά έκανε μια κίνηση με τα χέρια του, μια αλλόκοτη κίνηση, σαν να διέγραφε ένα τρίγωνο στον αέρα. Και την επανέλαβε τουλάχιστον τρεις φορές μέχρι να κατέβει είκοσι λεπτά μετά, σαν να εκτελούσε μια τελετουργία, σαν να οραματιζόταν κάτι μπροστά του που εμείς δεν βλέπαμε, πράγμα το οποίο και δεν τον ένοιαζε φυσικά.

Τον άλλο, τον έβλεπα διαγώνια. ‘Ενα μέτρο μας χώριζε, τουλάχιστον κατά κυριολεξία. ‘Ηταν πολύ αδύνατος, με μούσι αδέξιο, με ανθρακί επιδερμίδα, και μάγουλα με κουφάλες. Στους πήχεις των χεριών του από τις εσωτερικές πλευρές τους  είχε τατουάζ, αδιευκρίνιστων νοημάτων. Η φίλη μου δίπλα μου είχε στο μεταξύ  ανοίξει το τάμπλετ της και σέρφαρε σε ιστοσελίδες, ώσπου μου έδειξε τις φωτό από μια διαφήμιση μεγάλου  θεματικού πάρκου. Της είπα ότι δεν με ενδιαφέρουν, και ότι ούτε έφηβη αν ήμουν θα πήγαινα σε αυτά, γιατί ζαλίζομαι.

‘Το έδειξε το πρωί η τηλεόραση’, μας απηύθυνε ξάφνου το λόγο ο απισχνασμένος μουσάτος. 

Τον κοιτάξαμε και οι δυο σιωπηλά, περιμένοντας τι άλλο θα έλεγε παρακάτω.

‘Είναι πολύ ωραία στο πάρκο εκεί, κυρίως για μικρά παιδάκια. Θέλει η κόρη μου να πάει’ συνέχισε αυτός. ‘Αλλά δεν την έχω πάει, δεν τη βλέπω πολύ’ πρόσθεσε, και κοίταξε έξω από το τζάμι την κίνηση, με χνάρια τύψης στα μάτια του. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα και είπα να του μιλήσω. 

‘Πόσο χρονών είναι η κόρη σας;’ ρώτησα.

Γύρισε και με κοίταξε με ένα ξάφνιασμα .

‘Δέκα’, απάντησε αμέσως, σχεδόν ενθουσιασμένος  ‘και διαβάζει όλον τον Βερν, τον Ιούλιο Βερν’.    Η φωνή του ακούστηκε ιδιαίτερα ευγενική, μέχρι  και η εκφορά του ονόματος ‘Ιούλιος Βερν’ του βγήκε εκλεπτυσμένη. Κάποτε, κάπως, αυτός ο άνθρωπος, θα υπήρξε αναγνώστης του Βερν. Θα υπήρξε σπουδαστής, ίσως φοιτητής, θα είχε δουλέψει κάπου, σκέφτηκα.   Σου άφηνε μια  αίσθηση προγενέστερης ‘κανονικότητας’ και συμβατικότητας.  

Δεν ειπώθηκε τίποτα άλλο αναμεταξύ μας, και οι στάσεις συνέχιζαν να προσπερνούν. Δέκα λεπτά αργότερα, ο ευκαιριακός συνομιλητής μας σηκώθηκε, με κάποια αγαρμποσύνη, και κατέβηκε από το ‘σαλονάκι’. Το τζην του ήταν εξαιρετικά παλιοκαιρινό. 

‘Να χαίρεστε τα παιδάκια σας, αν έχετε’ μας είπε, με μια τρυφεράδα  επίσης παλιοκαιρινή, και εμείς του χαμογελάσαμε, χωρίς απόκριση. Αποβιβάστηκε έπειτα, αφού τα αρθριτικά της πόρτας του οχήματος γκρίνιαξαν, και τον εξαφάνισαν πια, στο κλείσμό της.

 

 

Συνάντηση.

Εχθές το πρωί, στο Περιστέρι. Τα γλυπτά της σύνθεσης του Ευάγγελου Μουστάκα ‘Συνάντηση’, ρουφούσαν τον πολύτιμο ήλιο. Οι έμψυχοι οσμώνονταν με το σύνολο. Η κοπέλα από μέταλλο πάνω στη ρόδα, η ‘Εποχούμενη’ κατά τον δημιουργό, έχει κοκαλώσει γλυκά, ισορροπεί πάνω στη μπάρα του χρόνου με καπρίτσιο, ενώ το φουλάρι της ανεμίζει σκανδαλιστικά κόντρα στο δικό μας αέναα κινούμενο άγχος. ‘Ηθελα να προσφέρω σε ‘όλους’ ένα καφέ.

 

 

20160114_112745

Και η ψυχή, τόσο συχνά, κοκαλώνει.

1418808819722

Η ψυχή της ανθρωπότητας, είναι νεκρή, όσο επικρατεί η απανθρωπιά και η κτηνωδία, παρά την επίφαση ειρήνης περιστασιακά και τοπικά. Η ομαδική δολοφονία των 145 ανθρώπων, κυρίως παιδιών, σε σχολείο του Πακιστάν, παγώνει το αίμα του εχέφρονος ανθρώπου, αλλά δυστυχώς δεν εκπλήσσει. Η μέρα είναι από το πρωί παγωμένη, κυριολεκτικά και επί της ουσίας, γιατί τίποτα δεν πρέπει να μας είναι ξένο, ή μακρινό. Περπατώντας το πρωί, είδα χάμω ετούτο το δύστυχο περιστέρι. Είχε μάλλον λίγο πριν πεθάνει, γιατί ήταν ‘φρέσκα’ κοκαλωμένο, άψυχο, και τέλεια σχεδιασμένο, σαν διακοσμητικό από πορσελάνη. Ράγισε η καρδιά μου, γιατί με παρέπεμψε στη δυστυχία, και τους πολέμους, ανά την υφήλιο.

Το νερό

Το  νερό

Το νερό. Ξεκίνησε τα πάντα, και τα τελειώνει επίσης όταν θέλει.
Τα αρχινά και τα λήγει όλα, με την παρουσία του και την απουσία του,
κατά το δικό του δοκούν.
Το νερό ανέσυρε τη ζωή από το μηδέν , μυστηριακά, πίσω από τη μοναξιά του πλανήτη.
Σφραγίζει στο κεφάλι τους αθώους. Αποτελειώνει με τη σπάθα του τη δίψα στο λαρύγγι,
αιμοδοτεί το χώμα, αποφλοιώνει την κάψα. Απεκδύει το δέρμα από κάθε κόπο και πόθο.
Κατασπαράζει τη φωτιά και την ξεφτιλίζει.

Σαν αντάλλαγμα, σε οβιδιακές μορφές, σου επιτάσσει όλες τις αισθήσεις.
Σε εγκαλεί να το ερμηνεύσεις με όλες τις γλώσσες : της αφής, της γεύσης, της όρασης, της ακοής, της οσμής, της διαίσθησης.

Ακόμα, ταξιδεύει, μεταφέρει, καταποντίζει. Πέμπει σώματα και ψυχές προς παραδείσους, ερήμους, και προς τον ‘Αδη.
Το τελευταίο σε πονά, όπως τόσα.
Μετά από μια βροχή όλο καρφιά, μια λακούβα του, τυχαία και ρηχή, δίπλα σε κάτι αρχαίες ράγες,

σε αντανακλά, και σε παραπλανά, πάλι για όμορφα να συλλογιέσαι.

Μικρή ασήμαντη στιγμή, εντός μικρής ασήμαντης ραψωδίας.

Image

Ο  Κύκλωπας  στέκεται  ορθός    στη γωνία  του  δρόμου.  Θα  περιμένω  μερικά  λεπτά  και  μετά  θα  πάρω  τη  στροφή  στα  αριστερά,  για  να  μπω  στη λεωφόρο.  

Κάθε  μέρα,  εκατοντάδες   αναμονές  σε  στροφές.  Χιλιάδες  λεπτά  ξοδεμένα , από  το  άγνωστο  σύνολο που    μου είναι καθορισμένα  για  να  πορεύομαι.  Βαρύ  και  σκληρό νόμισμα  ανταλλαγής  ο  χρόνος , πολλά  και  ακριβά  τα  διόδια  σε  αυτήν  την τεμαχισμένη  πόλη.

Κάθε  φανάρι  και  ένας  .  Μονόφθαλμος,  πότε  με  το ένα  χρώμα,  πότε  με  το  άλλο.  ‘Απειροι    σε  νούμερα    οι σηματοδότες, μουγγοί  Κύκλωπες.    ‘Η,  μήπως,  έμπειροι;

‘Ιδιοι  σε  χιλιάδες  κόπιες.  Βλέπουν  τα  πάντα  μα  δε  μουγγρίζουν,  μόνο  καταγράφουν.  Αδιάφοροι. Ψυχροί.  Για  να  στα  αφηγηθούν  αυτά  που    γίνονται στην  πόλη,  χρειάζεσαι  δυνατή  καρδιά  ,   γερό  μυαλό,  ψυχή  αρχαίου  ταξιδευτή , και  αντοχές  ερημίτη   για  να  τα αντέξεις,  και  δεν  καταδέχονται  να  μπουν  στον  κόπο.  Εμείς, είμαστε  όλοι  για  αυτούς  ο  Κανένας,   σε  εκατομμύρια  κλώνους.

Τα  βράδια  όπως  τώρα,  οι    κινούμενες ανθρώπινες    φιγούρες  στις   διασταυρώσεις  και  τα  περάσματα   γίνονται  πιότερο  σκιές  και  από  πριν.  Ούτως  ή  άλλως  είναι  η  μορφή  τους  απροσδιόριστη,  ή,  μας  βολεύει  να  φαίνεται  απροσδιόριστη.  Για  να  μην  χρειάζεται  να  έχουν  υπόσταση,  όνομα,  αιτία   ύπαρξης.   Τη  νύχτα,  το  λίγο  φως  της  κακοφωτισμένης  πόλης  βοηθά  στο  να  σβήνονται,  αντί  να  διαγράφονται,  τα  κορμιά.

Εξυπηρετεί να  σκέφτεσαι  ότι  είναι  επαγγελματίες,  ότι   επαιτούν  εκ  του  πονηρού,  ότι  φήμες  λένε  ότι  έχουν  χιλιάδες  ευρώ  κάπου  μαζεμένα  και  κρυμμένα.  Εξυπηρετεί  και  το  άναμμα  του  φαναριού,  για  να  ξεφύγεις  ,από  τις  παράπλευρες  αυτές  απώλειες :   από  τους   εξαθλιωμένους  ξένους  που  επιμένουν  να  σε  καθαρίζουν,  από  τους   σε  απερίγραπτα  σχήματα σακατεμένους   και  παραμορφωμένους ,που  τους  εκμεταλλεύονται  οι  ‘ιδιοκτήτες’  τους.  Και  από  τους  νεόπτωχους.   Από  πρώην  ‘φυσιολογικούς’  ,  ανθρώπους    της  διπλανής  πόρτας που  τώρα  ζητιανεύουν.

Τι  κατηγορία  και  αυτή.  Τι  νέο  είδος,  τι  νέο  μέρος  του  λόγου.   ‘Μα,  υπάρχουν  στ’  αλήθεια;;  ναι;; ‘  με ρωτούν  κάποιοι  με  απορία  και  δυσπιστία καμιά  φορά,  όταν επειδή  οδηγώ  πολύ  , αποτολμώ  που  και  που    να  αναφερθώ  σε   ιστορίες   που  παρατηρώ στους  σηματοδότες.

Τι  ενοχλητική  αναφορά,  αλήθεια.

Τρία  λεπτά  περιμένω  στο  φανάρι  κοντά  στην  εθνική  για  να  ανάψει.  Απόψε,  περιφέρεται εκεί  ένας  ηλικιωμένος,  με  άσπρη  γενειάδα  και  έναν  σκούφο  μαύρο  να  καλύπτει   κολλητά το  κεφάλι  του.  Μου  φέρνει  παράξενα  στο  νου  πρωταγωνιστές  του  Ταρκόφσκι.

Κάνει  αρκετό  κρύο  έξω  και  βρέχει  με  στάλες  ξυραφάκια.

Μπορώ  να  καταλάβω  ότι  θα  στέκεται  εκεί  πολλές  ώρες.  Κάθε  που  σταματούν  τα  αυτοκίνητα,  περπατά   χωλαίνοντας, δύσκολα , από  τον  ένα   οδηγό στον  άλλο,  όσο   προλαβαίνει,  σερνόμενος,  τείνοντας  το  χέρι.  Δεν  του  ανοίγει  και  δεν  τον  κοιτά  κανείς.  ‘Ερχεται  σε  μένα,  και  παρατηρώ  μέσα  από  το  τζάμι  τη  βαθουλωμένη  μορφή  του   κρανίου  του   και  το  ζαρωμένο  σκελετό  κάτω  από  το  βρωμερό  παλτό.   Ολόκληρη  ιστορία  ζωής  από  πίσω,  ποιος  ξέρει.  Πόσες  ταπεινές ραψωδίες  να  καταλάμβανε  η  δική  του  μικρή  Οδύσσεια. Πόσα  λάθη  δικά  του,  ή  όχι,  πόσες  ατυχίες,  ποιες  συνθήκες και  πώς  από  το  ξεκίνημα, ή  και  μετά,   μπορεί  να  πήγαν  όλα  στραβά….ποιές  επιλογές  πήγαν  λοξά,  ποιες  Κίρκες  τον  έχουν  πια  λησμονήσει  και  αδιαφορούν  να  τον  μαγέψουν.

( Ναι  μωρέ,  ηθοποιία  είναι,  μην  ασχολείσαι.)

ατεβάζω  το  παράθυρο   και  του  δίνω  ένα  ευρώ.  Απομακρυνόταν  ήδη,  δεν  το  περίμενε.

Ούτε και  εγώ  δίνω  συχνά.  Τι να  πρωτοκαταφέρεις.

Σταματάει     σαν  πετρωμένος.  Παίρνει  το  ευρώ  με  το  ένα  χέρι,  που  βρωμάει  και  είναι  κατάμαυρο.  Με  το  άλλο του  χέρι στηρίζεται  σε  ένα  μπαστούνι  της  κακιάς  ώρας  και  κουτσοπερπατά  με  μεγάλη  δυσκολία.

Βάζει  το  ευρώ  στην  τσέπη,  φανερά  έκπληκτος.  Και  αμέσως,  μου  στέλνει  φιλιά,  με  το  χέρι,  στον  άερα, πολλά φιλιά.

Ξεκινώ  γιατί  έγινε  πράσινο  και αυτός  ακόμα  στέλνει  φιλιά.  Δεν  είμαι  καλή,  άνθρωπέ  μου,  σκέφτομαι,  απλά  σε  εσένα  τώρα  έδωσα,  πιο  κάτω  ίσως  όχι.

(  ‘Ελα  μωρέ,  τι  ασχολείσαι,  επάγγελμα  είναι.  Μα,  γίνονται  αυτά;  Τους  πιστεύεις  βρε  χαζή  ;    ‘Ακου  νεόπτωχοι. Τι  μπανάλ  αφέλεια  που  έχεις).

Στον  καθρέπτη  του   οδηγού    στιγμιαία τον  βλέπω να   τρέμει  από  το  κρύο  πίσω  μου  και  να προσπαθεί  με  τη  δική  του  ταχύτητα  να  ανέβει  στο  πεζοδρόμιο  πριν  τον  χτυπήσουν τα  οχήματα.

‘Αναψε  από  ώρα  πια   ο  Κύκλωπας.  Ψυχρός  . Αδιάφορος.  ‘Εφυγα.

Post Navigation

Αρέσει σε %d bloggers: