Ειρήνη Βεργοπούλου

Archive for the category “Ποιήματα σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών.”

Πέντε μεταφράσεις μου ποιημάτων της Αθηνάς Τιτάκη.

Πριν από ένα χρόνο περίπου, η αγαπημένη φίλη και ‘συνοδοιπόρος’ στη γραφή από την ομάδα μας την CRAFT, η Αθηνά Τιτάκη, της οποίας την συμβολική και λυρική ποίηση αγαπώ πολύ, μου είχε ζητήσει να μεταφράσω στα αγγλικά κάποια ποιήματά της, για να δημοσιευτούν σε καθιερωμένο ποιητικό ιστολόγιο της Αλβανίας, που φιλοξενεί ποιητές από διάφορες χώρες.
Τα πέντε αυτά ωραία ποιήματά της, σε απόδοσή μου λοιπόν στα Αγγλικά, δημοσιεύτηκαν τον Μάρτιο στο Atunis Poetry blog, και το αναρτώ σήμερα, με την ευκαιρία που διάβασα χθες ποίημά της στην εκδήλωση στου Γαβριηλίδη για νέους ποιητές.

 

By herself
I saw the glow, no complaints, I caught it.
The farmers had collected the straw piles
and the shots had been called for the winter.
I had no reason to worry
the wet clothes
perhaps a light cold too.
The only one I picked was the tree.
I know, you may say it was dangerous
but do find me a fashion in the rain
or another instinct except from running
-you get fed up even with that-
so I did not get how it selected me
upon which thought
which moment in time precisely.
It must have been the right one that is for sure
the time of release
if you regard it from the thunder’s point of view.
And we were so similar, like one self, like one
and so I was attacked, unsuspecting
me that I considered me to be ideal
albeit concealed.
I did not manage to hear the bang, I confess
no matter that he was my closest person.
Αφ’ ευατής
Την είδα τη λάμψη, δε λέω, πρόλαβα και την είδα.
Οι αγρότες είχαν μαζέψει τις αχυρόμπαλες
και τα κουμάντα είχαν γίνει για το χειμώνα.
Δεν είχα λόγο ν’ ανησυχώ
τα μουσκεμένα ρούχα
ίσως κι ένα ελαφρύ κρύωμα.
Το μόνο που διάλεξα το δέντρο.
Ξέρω, θα πείτε επικίνδυνο
αλλά βρείτε μου τρόπο στη βροχή
ή άλλο ένστικτο απ’ το να τρέχω
-ακόμα κι αυτό χορταίνεται-
κι ούτε κατάλαβα πώς με διάλεξε
σε ποια σκέψη απάνω
ποια ακριβώς στιγμή της ώρας.
Θα ήταν βέβαια η σωστή
η ώρα της εκτόνωσης
αν θα το δεις απ’ τη μεριά του κεραυνού.
Κι ήμασταν τόσο ίδιοι, σαν εαυτός, σαν ένας
κι έτσι μου επιτέθηκε, ανυποψίαστη
που τόσο με πίστευα ιδανική
κι όμως απόρρητη.
Δεν πρόλαβα ν’ ακούσω κρότο, το ομολογώ
κι ας ήταν ο πιο κοντινός μου άνθρωπος.
 
 
The Wiz
“ You do up your laces wrong”
said the man with the deep hat
and then got lost in the oven.
For days it had smelled something burning
as we constantly flapped our eyes
because the house was missing and reappearing
always holding though its yard inside
and the tree
the inclined road, the flowerbeds.
Someone said to us that this is how it is done
after every sacrifice of innocence
therefore after we paid our respects
to all the sad ones in exile
we ate at their table
we lay naked on their beds.
We kept the oven clean
as we expected other wizards with gifts to come
to tell us that we had rightfully loved
eating ready- made poisonous apples
the chocolate roof and the candy stairs
rubbing ash on our thighs
been kissed by statues during our sleep
the dwarves entering our belly.
We gave our voice to that one
who was once shouting that he buys old things
and we never cooked again.
 
Ο Μάγος
“Δένετε λάθος τα κορδόνια σας”
είπε ο μάγος με το βαθύ καπέλο
κι ύστερα χάθηκε μέσα στο φούρνο.
Για μέρες μύριζε καμένο
κι όλο πεταρίζαμε τα μάτια μας
γιατί το σπίτι χάνονταν κι εμφανιζόταν
όμως κρατούσε πάντα την αυλή του
και το δέντρο
την ανηφόρα, τα παρτέρια του.
Κάποιος μας είπε πως έτσι γίνεται
μετά από κάθε θυσία αθωότητας
κι αφού συλλυπηθήκαμε
όλους τους λυπημένους της ξενιτιάς
ύστερα φάγαμε στο τραπέζι τους
ξαπλώσαμε γυμνοί στο κρεβάτι τους.
Κρατήσαμε το φούρνο καθαρό
πως θα έρθουν άλλοι μάγοι με δώρα
για να μας πουν πως σωστά αγαπήσαμε
και τρώγαμε έτοιμα δηλητηριώδη μήλα
τη σοκολατένια σκεπή και τις ζαχαρωτές σκάλες
τρίβαμε τα μπούτια μας με στάχτη
μας φιλούσαν στον ύπνο αγάλματα
οι νάνοι έμπαιναν στην κοιλιά μας.
Δώσαμε τη φωνή μας σε αυτόν
που φώναζε πως παλιά αγοράζει
και δεν ξαναμαγειρέψαμε ποτέ.
 
Of the sea
I belittle the current’s own power
a wave far away from the shore.
I shall swallow tons of water
I will throw it up
probably a rescuer will be needed
and maybe even
something more than ten commandments
maybe again only freshly cut bamboos will be needed
a seagull and my left hand
the one that does not write well
and the voice of the dolphin that once spoke to me
about the plight of the empty fishnets
the unfulfilled murders
and the shark that I passed by
because it was only a beast.
Θαλασσινό
Υποτιμώ ακόμα τη δύναμη του ρεύματος
ένα κύμα μακριά από την ξηρά.
Θα καταπιώ τόνους νερό
θα το εμέσω
πιθανόν να χρειαστεί διασώστης
ίσως και κάτι παραπάνω από δέκα εντολές
ίσως πάλι να χρειαστούν μονάχα φρεσκοκομμένα μπαμπού
ένας γλάρος και το αριστερό μου χέρι
εκείνο που δεν γράφει καλά
και η φωνή του δελφινιού που κάποτε μου κουβέντιασε
για το δράμα των άδειων διχτυών
τους ανεκπλήρωτους φόνους
και για τον καρχαρία που προσπέρασα
γιατί ήταν απλά και μόνο ένα κήτος.
 
Formal plural
You ask me
“Dear, why try so hard?
And indeed, I don’t know how to answer
The snake was there, invisible as usual
I pretended I strolled over the fields
I picked carelessly the flowers.
I have got lots of vases
and it cannot be denied
arranging is a necessary habit.
Yet it did not see me either
nor did I notice
the moment I was stepping on its head
so it was needlessly sacrificed
on the altar of symbolism
although it only wished water to drink.
You are right about aimlessness.
Thus I think of ceasing to walk around
the flowers to leave to fade
and the snakes to their lives.
Come forward, I appreciate your company.
It is the vases I would recommend we break
in front of an old curiosity shop
in a totally terrorist way
because, as you know my dear fellows
some valuables
are neither sold, nor given away.
Πληθυντικός ευγενείας
Με ρωτάτε
“Αγαπητή, γιατί τόση προσπάθεια;”
Και πράγματι δε ξέρω ν’ απαντήσω.
Το φίδι ήταν εκεί, αόρατο ως συνήθως
μια βόλτα έκανα τάχα στους αγρούς
έκοβα αμέριμνη λουλούδια.
Έχω πολλά βάζα
κι όπως και να το κάνουμε
είν’ αναγκαίο συνήθειο το στόλισμα.
Όμως ούτε κι αυτό με είδε
ούτε κι εγώ αντιλήφθηκα
την ώρα που πατούσα το κεφάλι του
κι έτσι άδικα θυσιάστηκε
στο βωμό του συμβολισμού
κι ας ήθελε νερό να πιει μονάχα.
Έχετε δίκιο για το άσκοπο.
Έτσι λέω να σταματήσω την περιήγηση
τα λουλούδια ν’ αφήσω στο μάραμα
και τα φίδια στη ζωή τους.
Ελάτε, εκτιμώ την παρέα.
Τα βάζα θα πρότεινα να σπάσουμε
μπροστά σε κάποιο παλαιοπωλείο
εντελώς τρομοκρατικά
μιας και αγαπητοί γνωρίζετε
πως κάποια κειμήλια
ούτε πωλούνται, ούτε χαρίζονται.
 
 
 
Totem
There are those times
when I wish something to say
and those when I stay inside my drop
in the joy of the sea
in my holed boat.
And it is that forest
with the dense arbuti
and love’s totem rooted
an old moon’s
all too fresh shine.
And it is these columns
in a wayward town
with the threatening dwarves in the yards
the complicated mathematics
and the easily read funeral announcements.
And this mad voice
on the edge of a red feather
on the ultimate end of a humble dream
that simply says
“Come, we are late…”
 
Τοτέμ
Είναι κι εκείνες οι φορές
που κάτι θέλω να πω
κι εκείνες που μένω στη σταγόνα μου
στη χαρά ενός πελάγους
με το βαρκάκι τρύπιο.
Είναι κι εκείνο το δάσος
με τις πυκνές κουμαριές
και το τοτέμ της αγάπης ριζωμένο
ενός παλιού φεγγαριού
η ολόφρεσκη φέξη.
Είναι κι αυτές οι κολόνες
σε μια πόλη δύστροπη
με τους απειλητικούς νάνους στις αυλές
τα σύνθετα μαθηματικά
και τα ευανάγνωστα κηδειόχαρτα.
Κι αυτή η άγρια φωνή
στην άκρη ενός κόκκινου φτερού
στο έσχατο κάποιου ταπεινού ονείρου
που λέει απλά
“Έλα, αργήσαμε…”
TRANSLATION: IRINI VERGOPOULOU
 
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΙΡΗΝΗ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ

 

Advertisements

Νόστος και Άλγος//Nostos and Algos

Γιώργος Χ. Θεοχάρης – Από μνήμης

Πανδοχείο

Όπως εκείνος, που πλημμυρισμένος από συγκίνηση, με λυγμικά δάκρυα στα μάτια και τον κόμπο στο λαιμό, «πολύ…» είπε, «πολύ…», και τίποτε άλλο δεν μπόρεσε να προσθέσει, αφήνοντας έτσι αυτό το επίρρημα μόνο του να εκφράζει το μέγεθος του εσωτερικού του συγκλονισμού.

…και μόνο για τέτοιες στιγμές αξίζει κανείς, αν όχι να γίνει ποιητής, τουλάχιστο να γίνει αναγνώστης της˙ και μόνο για τέτοιες στιγμές αξίζει να υπάρχει η ποίηση, να τις κρυσταλλώσει σε στίχο. Κι αν γράφοντας ποιήματα βότσαλα μνήμης ρίχνουμε/στον σιωπηλό βυθό/του χρόνου κι αν τα ποιήματα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ενέχυρα με το οποία δανειζόμαστε ψιχία αιωνιότητας και πάλι η οδυνηρή μας διαδρομή γλυκαίνεται, οι πόνοι μας διαχέονται στις λέξεις, μας δίνουν το άλλο χάδι για να πορευτούμε ακόμα πιο συνειδητοί.

Δεν χρειάζεται να βασιστεί κανείς στους τίτλους των συλλογών και των ποιημάτων του Γ. Χ. Θεοχάρη, ούτε καν στη διάκριση των γραπτών του εδώ σε μνημόσυνα

Δείτε την αρχική δημοσίευση 985 επιπλέον λέξεις

‘Προσγείωση’ ( του Χάρη Μελιτά)

10671246_10152407355402984_8220444596358400542_n

ΠΡΟΣΓΕΙΩΣΗ

Πλύνε τα χέρια
είπε η Πηνελόπη.
Τόσους σκότωσες.

Χ.Μ.

( Από τη συλλογή ‘Αρωμα Σκουριάς,εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014).

* πίνακας : Οδυσσέας και Πηνελόπη, Francesco Primaticcio (1563)

[ ‘Ντύνω’ ποιήματα φίλων, με πίνακες από το ψηφιακό μου αρχείο].

‘Athene Noctua’, ( της Αθηνάς Τιτάκη).

10659326_10152406983817984_7351883154347960013_n

Athene Noctua. ( Από τη συλλογή Κατόπιν Αιφνιδιασμού).
Αφαίρεσε την κουκουβάγια απ’το εξώφυλλο.
Κεφάλι, φτερά, πόδια.
‘Αφησε τα δυο τεράστια μάτια της
να κοιτάζουν τα γράμματα.
Την υπόλοιπη την έβαλε πάνω στη σκεπή
να φωλιάζει στα κεραμίδια.
Την υποχρέωσε να φωνάζει δυνατά το ταίρι της
ερωτευμένη μέχρι θανάτου.
Στο αναγνωστικό της πρώτης δημοτικού
ελάχιστα αναφέρονταν
για ζευγαρώματα, ισόβιες δεσμεύσεις
και για κραυγές τρομαχτικές
όσων πτηνών τα μάτια απόμειναν πίσω.

( από τη συλλογή ‘Κατόπιν αιφνιδιασμού’, Μανδραγόρας, 2104)

* εικόνα : ‘Madam Esper’, του ‘Αγγλου εικονογράφου Stephen Mackey

[ ‘Ντύνω’ ποιήματα φίλων με πίνακες από το ψηφιακό μου αρχείο]…

ό,τι καθήλωσε τη σιωπή – από τη συλλογή «Ξηρασίες/ η Πρώτη Μάχη»

ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

20140809-174735.jpg
δεν την διαθέτω την αλήθεια/
άρτυμα/
για τις καραμελωμένες καρδιές μας/
σε αυτή τη θάλασσα συνοχής και υψηλού ιξώδους/
-που είναι η ζωή δίχως το φως σου-
διασχίζω μιαν έρημο για να τη βρω/
προφήτης ενός μη νευτώνειου
ρευστού/
ώσπου τα δεσμά μου ακροβολίζονται σχιστολιθικοί εναερίτες/
στο ακατάπαυστο μεσημέρι/
ο χρόνος λάσπη με χωνεύει/
κι έτσι στην όαση φτάνω στρογυλλός και χνουδάτος
(σαν καρπός)
όμως δίχως στόμα να πιώ, πώς να μεθύσω;/
ό,τι καθήλωσε τη σιωπή σαν πρόκα/
-μια επώαση πολυσχιδής σε ασφυκτικό ζευγάρωμα –
ανατέλλει/
(ίσως τουλάχιστον να φύτρωνα)

photo: Martin Waltz – Berlin – The Spree series – 2014

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Post Navigation

Αρέσει σε %d bloggers: