Ειρήνη Βεργοπούλου

Archive for the category “Ποιητικές προσεγγίσεις”

Seamus Heaney , «Summer 1969»

‘Summer 1969’ 

Seamus Heaney (1939-2013)


μετάφραση : Ειρήνη Βεργοπούλου.


[ Ένα ποίημα του μεγάλου Ιρλανδού ποιητή, εμπνευσμένο
από τις μεγάλες αναταραχές στη Βόρεια Ιρλανδία το καλοκαίρι του
1969, όταν συγκρούστηκαν οι Καθολικοί με τους Προτεστάντες, και αυτός
ήταν μακριά, παρακολουθώντας θλιμμένος τις εξελίξεις στη Μαδρίτη.
Έβρισκε καταφυγή στο Μουσείο του Πράδο, όπου ιδιαίτερα τον έλκυαν οι
Ζωγραφιές του Γκόγια, και κυρίως η ‘Τρίτη του Μαίου’.]

Πρώτη δημοσίευση  της μετάφρασης :

http://varelaki.blogspot.gr/2016/06/notationes-ka-2016_14.html

 

 

thumbnail_heaney-74488179_52711c

 

 

Ενώ η Χωροφυλακή προστάτευε τον όχλο
Πυροβολώντας στην περιοχή Falls, εγώ το μόνο που υπέφερα
Ήταν ο μαινόμενος ήλιος της Μαδρίτης.
Κάθε απόγευμα, μέσα στη σαν σε χύτρα ζέστη
Του διαμερίσματος, καθώς ίδρωνα να βγάλω το δρόμο
Της ζωής του Τζόυς, και μπόχα από την ψαραγορά
Αναδυόταν, όπως η βρώμα από το λιναροπήγαδο.
Τη νύχτα στο μπαλκόνι, κόκκινα βάμματα κρασιού,
Μια αίσθηση παιδιών στις σκοτεινές γωνίες τους,
Γριές γυναίκες με μαύρα σάλια στα ανοιχτά παράθυρα,
Ο αέρας ένα φαράγγι με τον ποταμό των Ισπανικών να ρέει μέσα του.
Μιλούσαμε σε όλο το δρόμο γυρνώντας σπίτι μέσα από ξάστερες πεδιάδες
‘Οπου το χαρακτηριστικό δέρμα της Εθνοφρουράς
Γυάλιζε σαν τις κοιλιές των ψαριών στα βρωμερά από λινάρι νερά.

 
»Γύρνα πίσω», ένας μου είπε, »προσπάθησε να αγγίξεις τους ανθρώπους»
΄Ενας άλλος φαντάστηκε τον Λόρκα να κατεβαίνει από τον λόφο του.
Παρακολουθούσαμε υπομονετικά για αριθμούς νεκρών και ρεπορτάζ για ταυρομαχίες.
Στην τηλεόραση, διασημότητες
Ερχόντουσαν από εκεί που όντως συνέβαιναν τα πράγματα.

 

Eγώ κατέφυγα στη δροσιά του Πράδο. Του Γκόγια οι ‘Πυροβολισμοί της 3ης Μαίου’
Κάλυπταν έναν τοίχο -τα σηκωμένα χέρια
Και ο σπασμός του αντάρτη, οι κρανιοφόροι
Με τα σακίδια στην πλάτη στρατιώτες, το αποτελεσματικό
Γάζωμα του αποσπάσματος. Στο επόμενο δωμάτιο,
Οι εφιάλτες του, μπολιασμένοι στον τοίχο του παλατιού, –
Μαύροι Κυκλώνες, ορμούν, ξεσπούν. Ο Κρόνος
Κοσμημένος με το αίμα των ολόδικών του παιδιών
Το Γιγάντιο Χάος στρέφοντας τους κτηνώδεις γοφούς του
Στον κόσμο. Και ακόμα, εκείνος ο τσακωμός
‘Οπου δυο αλλόφρονες βαράν ο ένας τον άλλο μέχρι θανάτου
Για την τιμή τους, χωμένοι μέχρι τα γόνατα στις λάσπες, βουλιάζοντας.
Ζωγράφιζε με τις γροθιές του και τους αγκώνες του, κυματίζοντας
Την ματωμένη κάπα της καρδιάς του καθώς η ιστορία ορμούσε.

 

 

1280px-El_Tres_de_Mayo,_by_Francisco_de_Goya,_from_Prado_thin_black_margin

 

While the Constabulary covered the mob
Firing into the Falls, I was suffering
Only the bullying sun of Madrid.
Each afternoon, in the casserole heat
Of the flat, as I sweated my way through
The life of Joyce, stinks from the fishmarket
Rose like the reek off a flax-dam.
At night on the balcony, gules of wine,
A sense of children in their dark corners,
Old women in black shawls near open windows,
The air a canyon rivering in Spanish.

We talked our way home over starlit plains
Where patent leather of the Guardia Civil
Gleamed like fish-bellies in flax-poisoned waters.
‘Go back,’ one said, ‘try to touch the people.’
Another conjured Lorca from his hill.
We sat through death-counts and bullfight reports
On the television, celebrities
Arrived from where the real thing still happened.

I retreated to the cool of the Prado.
Goya’s ‘Shootings of the Third of May’
Covered a wall—the thrown-up arms
And spasm of the rebel, the helmeted
And knapsacked military, the efficient
Rake of the fusillade. In the next room,
His nightmares, grafted to the palace wall—
Dark cyclones, hosting, breaking; Saturn
Jewelled in the blood of his own children,
Gigantic Chaos turning his brute hips
Over the world. Also, that holmgang
Where two berserks club each other to death
For honour’s sake, greaved in a bog, and sinking.
He painted with his fists and elbows, flourished
The stained cape of his heart as history charged.

Constantine P. Cavafy: Poems in English

Manolis

Konstantinoupolis (1863 – 1933)
The English versions of Cavafy’s poems are taken from
Constantine P. Cavafy – Poems by Manolis
(Libros Libertad, Surrey 2008).

View ‘Constantine P. Cavafy: Biographical Note’
View these poems in Greek original

1. Voices
2. Candles
3. Thermopylae
4. Waiting For The Barbarians
5. The City
6. Ithaca
7. As Much As You Can
Translator’s Note

VOICES

Ideal and beloved voices
of the dead or those who
for us are lost like the dead.

At times they talk in our dreams;
at times our minds hear them when in thought.

And with their sound, for a moment, echoes
return from the first poetry of our lives—
like distant music, at night, that slowly fades away.

CANDLES

The days of the future stand in front of us
like a line of lit candles—
golden, warm, and lively little candles.

The days of the past remain behind,

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.311 επιπλέον λέξεις

«Κατόπιν Αιφνιδιασμού» , της Αθηνάς Τιτάκη : μια προσέγγισή μου.

10414489_725644247513019_8933586119870618970_n

[ η παρακάτω εισήγησή μου έλαβε χώρα στις 17 Οκτωβρίου 2014, στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Αθηνάς, ‘Κατόπιν Αιφνιδιασμού’, εκδόσεις Μανδραγόρας 2014, στο κέντρο ‘Ακορντεόν΄ στου Ψυρρή.]

Την Αθηνά την γνώρισα μέσα από την ίδια ευτυχή συγκυρία που πάνω από δυο χρόνια τώρα μας έχει φέρει κοντά τα μέλη της διαδικτυακής ομάδας CRAFT στο Facebook. Μέσα από το γόνιμο και φιλικό κλίμα της καθημερινής εκεί επαφής, μας δόθηκε και μας δίνεται όλον αυτόν τον καιρό η ευκαιρία να εκφραστούμε, και να μοιραστούμε στην αγκαλιά αυτής της ομάδας, αλλά και στους προσωπικούς μας τοίχους επίσης, καθώς το μέσο προσφέρει αυτές ακριβώς τις δυνατότητες, αυτό που ο καθένας μας έχει επιθυμία, ίσως και ανάγκη, δημιουργική ανάγκη, να καταθέσει. Το Facebook, με τον τρόπο που είναι τεχνικά δομημένο, έφερε επανάσταση (πραγματικά πιστεύω μπορεί να εφαρμοστεί εδώ μια χαρά ο πολυχρησιμοποιημένος όρος) στις ευκαιρίες έκφρασης του σύγχρονου ανθρώπου, και ανοίγει και ‘παράθυρα’, και ορίζοντες στους χρήστες ,να μοιραστούν, και γιατί όχι, να απολαύσουν, την πνευματική κατάθεση της έμπνευσης νέων δημιουργών, στην πορεία για το φτιάξιμο και την οριοθέτηση μιας τρέχουσας καινούργιας πρότασης σε όλους τους τομείς. Θαρραλέα ύστερα θα σταθεί ετούτη η έκφραση απέναντι στα μελλούμενα, διεκδικώντας επί ίσοις όροις και τίμια το αν θα αντέξει στο χρόνο, πράγμα που θα φανεί καιρό μετά.

Η Αθηνά Τιτάκη είναι ποιήτρια, καταθέτει από την ψυχή της ποίηση.
Γράφει με φαντασία, και με ρώμη, και με πλεξίματα νοημάτων και εικόνων και λόγων, που αποτυπώνουν σύνθετα συναισθήματα, και με τόλμη έκφρασης, που αναζητεί και διεκδικεί το μοίρασμα, την εις βάθος συμμετοχή του αναγνώστη, που πρέπει να ψάξει μέσα του και με δική του τόλμη για να αναγνωρίσει στις προσωπικές ιχνηλασίες της Αθηνάς, και τα δικά του βήματα.
Όταν θα ανατρέχουν οι μελλοντικοί αναγνώστες της , όπως και οι σημερινοί της, στα γραπτά της, θα υφίσταται και τότε το ίδιο κέντρισμα του νου.
Μου έχει δοθεί απόψε μια ευκαιρία, και μια χαρά, και την ευχαριστώ για αυτό, να μιλήσω για το τι αφήνει μέσα στο δικό μου νου αυτή η γραφή, που την έχω αγαπήσει μέσα από την συστηματική της παρουσία πολλούς μήνες τώρα (σημειωτέον ότι η Αθηνά είναι πολυγραφότατη, και εδώ στη συλλογή είναι πολύ λίγα από τα πολλά και καλά ποιήματα που έχει γράψει). Πιο συγκεκριμένα, θα προσπαθήσω να προσεγγίσω τον τρόπο σκέψης της, κάνοντας την προσωπική μου ανάγνωση στην πρώτη της συλλογή, με τον κατάλληλο όντως τίτλο ‘Κατόπιν Αιφνιδιασμού’, η οποία εκδόθηκε το Γενάρη φέτος, από το Μανδραγόρα.

Η συλλογή αποτελείται από 34 ποιήματα. Λειτουργώντας με μια πρώτη αίσθηση, και μετά την καινούργια τους ανάγνωση, γιατί πολλά από αυτά μας ήταν γνωστά από τον τοίχο της ομάδας CRAFT, συγκρατώ τί μου άφησαν σαν αποτύπωμα, διαβάζοντας εκ νέου :
Το νερό, κατ αρχάς: τα διατρέχει ως στοιχείο πολύ συχνά. Θα έλεγε κανείς, αρμόζον για λόγο που γράφεται από γυναίκα, αν και είμαι σαφώς κατά τέτοιου είδους διαχωρισμών στη γραφή. Οι στίχοι γράφονται από ανθρώπους, από ξέχωρα μεταξύ τους άτομα, όχι από φύλα. Μπορούν να ενσωματώνουν εν τούτοις τις αντίστοιχες ανά φύλο εμπειρίες. Το νερό ρέει,σε έναν αριθμό ποιημάτων της Αθηνάς, λειτουργώντας ως τρόπος πλεύσης, φυγής, πορείας, δραπέτευσης.
Στο ομώνυμο δε ποίημα, στη σελίδα 13, στις λίγες αλλά νοηματικά περιεκτικές γραμμές του, εμπεριέχεται ο στοχασμός που διακρίνω να διαπερνά πολλά γραπτά της.στοχασμός πάνω στην περιπέτεια της ζωής, και κυρίως από την θηλυκή οπτική γωνία. Της μάνας που οδηγεί – απελευθερώνει; φυγαδεύει; – τους απογόνους πρώτα, προς άλλες, -ασφαλέστερες; δικαιότερες; -πολιτείες, εκεί που ‘το αλμυρό νερό δεν θάναι καταδίκη’, για να χαράξουν τη δική τους Οδύσσεια. Ενώ η ίδια ύστερα , θα διαβεί το Ρουβίκωνα, θα ανεβεί τον καταρράκτη, γιατί το μοναχικό της ταξίδι πρέπει να πραγματωθεί, με Καβαφικό πείσμα, ίσως για να ανταμώσει με άλλους τολμηρούς, αντισυμβατικούς ταξιδευτές.
Η παρουσία του νερού φανερώνεται πάλι και στο ‘Με τέχνη’, σελίδα 19, και στην ‘Ιχνηλασία’, σελ 23, και στο ‘Αγωνίας συνέχεια’ σελίδα 26, ακόμα και στο τέλος του σχεδόν εξωτικού ‘Bragado’, όπου τα κορίτσια θα [διαπερνούν των απειλητικών νερών τη διάφανη μεμβράνη]. Το ύδωρ λοιπόν, σαρωτικό; φοβιστικό; ανακουφιστικό; εξαγνιστικό; Αέναα να συντηρεί και να θρέφει και να σαρώνει λοιπόν, μέσα και έξω από τη μήτρα.
Μια άλλη κεντρική ιδέα που διατρέχει τα κομμάτια της συλλογής είναι αυτή της μάσκας, των προσωπείων, του καμουφλαρίσματος,που κατ ανάγκην τις περισσότερες φορές φοριούνται. Στο διακριτικά σαρκαστικό ‘Κι όμως’ της σελίδας 12, η ηρωίδα είναι [συλλέκτρια εαυτών] και ταυτοτήτων. Η καταληκτική φράση, που απασφαλίζει τις κρυμμένες, υπαινικτικές έννοιες, όπως και εκείνη στο ‘Από την κερκίδα’ που ανοίγει τη συλλογή, μας μιλά για μια απάτη, μια [κοινή απάτη], που τη μοιράζονται ενσυνείδητα οι θεατές και πρωταγωνιστές του αλλόκοτου τσίρκου της ‘Κερκίδας’ : [ Η παράσταση σε λίγο θα αρχίσει κι όλοι θα πρέπει να κάνουν πως γελάνε].
Στην ‘Ιχνηλασία’ η αφηγήτρια στέκει ακίνητη και καμουφλαρισμένη, για να αποφύγει τους εισβολείς. Ποιους άραγε, ποιοι είναι οι εισβολείς; Οι ρόλοι μπερδεύουν, οι ηθοποιοί αλλάζουν κουστούμια ανάμεσα στις στροφές. Σκοπός πάντα, η επιβίωση.
Πολύ συχνή η παρουσία και η θεματολογία του τσίρκου επίσης. ‘Ηδη στο πρώτο ποίημα, το ‘Απ την κερκίδα’, έχουμε αυτό το ανατρεπτικό σκηνικό, με τον [σχοινοβάτη δίχως πόδια], τα [λιοντάρια δίχως χαίτη], τους αόμματους ζογκλέρ, τις στείρες μανάδες.
Λεκτικοί συνδυασμοί-έκπληξη, επίτηδες, που ταρακουνούν τον αναγνώστη, σε έναν αυτοσαρκασμό που ένοχα μοιράζεται. Το στοιχείο του τσίρκου υπάρχει και στον ‘Αγέλαστο Jack’, σελίδα 21, πάλι με το παραδοξολογικό ύφος του [κλόουν που δε χαμογελάει] και που θα [διεκδικήσει το σπίτι μας για ιδιοκατοίκηση] , όσο και στον ‘Ακροβάτη’ της σελίδας 43, που τελεί μια πορεία και αυτός, σχοινοβατώντας, αλλά και με την επιλογή της ελεύθερης βούλησης στο τέλος, αποκλειστικά σε στέρεο έδαφος.
‘Όλα δύσκολα λοιπόν, στο Κατόπιν Αιφνιδιασμού, όλα είναι ριψοκίνδυνα, ένας διαρκής αγώνας δίνει το στίγμα του με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο σε όλα τα 34 λιτού και συμπυκνωμένου ύφους, ποιήματα, με φανερά και κρυφά όπλα και σκληρές ισορροπίες, και όλα ετούτα διαπερνούν την κεντρική ιδέα της συλλογής. Γιατί άλλωστε, δύσκολη είναι η ίδια η ύπαρξη, κάτι που γνωρίζουν οι έχοντες ενηλικιωθεί.

Και ο έρωτας; Αυτός , που είναι;
Αυτός λοιπόν είναι επίσης εδώ, κάπως σκιασμένα, μέσα σε ένα όνειρο εξωτικό, στις όχθες του Solado, στο εξωτικό Bragado, που έχει πανηγύρι, και επιτέλους δεν θα σχοινοβατήσουμε εκεί, αλλά θα χορέψουμε μιλόνγκες, σε τρυφερά χορτάρια. ‘Η, μπορεί και αυτός να είναι σκληρός, και τραγικός, όπως συχνά λοιπόν η ζωή, και να πρέπει να εξορκιστεί με ένα ταπεινό ευρώ στο χέρι μιας τσιγγάνας , στο ‘Γυάλινη’ σελίδα 38.
Θα ήθελα να τελειώσω στο αγαπημένο μου ποίημα της συλλογής, που είναι το ‘Τσαντόρ’,της σελίδας 42.Αυτή η γυναίκα, είναι τόσο τραγική, τόσο αληθινή και σιμά μας, και ας μοιάζει υποτίθεται υπερβολικά ξένη. Μια ύπαρξη μέσα στη σκληράδα, που λαχταρά να ξεφύγει, με ο τι όπλα κουκουλωμένα διαθέτει. Μια αγωνία εις το διηνεκές του ανθρώπου, επι της ουσίας. Και πώς επιβιώνει; Με τον καλύτερο τρόπο : Με το ψέμα και με το ποίημα. Αυτά, ίσως την απελευθερώσουν.

Ειρήνη Βεργοπούλου, Οκτώβριος 2014.

Daddy

Daddy.

Post Navigation

Αρέσει σε %d bloggers: