Ειρήνη Βεργοπούλου

Archive for the category “C’ est moi -Γνώμη και γι αυτό,συγνώμη)”

GR80s έκθεση : γράφει Ιστορία.

20170125_193345

Το  «σαλονάκι»  της αναπαράστασης ενός σπιτιού του ’80.

Την Τετάρτη 25 Ιανουαρίου άνοιξε τις πύλες της η επί μήνες αναμενόμενη έκθεση-αφιέρωμα στη δεκαετία του 1980, στην Τεχνόπολη στο Γκάζι. Η έκθεση αυτή, που είναι μια σύλληψη των βασικών διοργανωτών και επιμελητών της, καθηγητών Παναγή Παναγιωτόπουλου και Βασίλη Βαμβακά, έχει πλέον τραβήξει επάνω της, και δικαίως, τα «φώτα» των ευρύτερων έντυπων και ψηφιακών Μέσων. Ωστόσο, το εγχείρημα αυτό ήταν υπό εξέλιξη για μήνες και, παρακολουθώντας το εν τη γενέσει του και με προσδοκίες πολλές για την επιτυχία του, αρκετός κόσμος ανταποκριθήκαμε τους μήνες του φθινοπώρου στο κάλεσμα  να προσκομίσουμε προσωπικά μας τεμάχια αναμνήσεων από τα ‘έιτιζ’. ‘Ετσι έχουν τώρα  συλλεχθεί και, με ευρηματικότητα και επιμέλεια τακτοποιηθεί, χιλιάδες αντικείμενα/memorabilia (πια) στο χώρο της Τεχνόπολης. Η αξία της έκθεσης είναι μεγάλη, καθώς πρώτη φορά γίνεται σε τέτοια κλίμακα προσπάθεια συγκέντρωσης , εκτίμησης, ταξινόμησης και παρουσίασης, καθημερινού και αρχειακού υλικού μιας οποιασδήποτε εποχής της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ταπεινή μου άποψη ότι το έργο αυτό, που μέχρι τα μέσα Μαρτίου θα περιλαμβάνει και πάρα πολλές παράλληλες εκδηλώσεις και «τραπέζια» συζητήσεων, θα γεννήσει όλο και περισσότερες κουβέντες και αναλύσεις τόσο ως προς το ίδιο αυτό καθ’εαυτό, όσο και ως προς τη μεθοδολογία αξιολόγησης των ιστορικών περιόδων, όσο αυτές είναι ακόμα σχετικά πρόσφατες στη μνήμη.

Η έκθεση, λαμβάνει όπως είπαμε χώρα εντός της Τεχνόπολης και σε σύμπραξη με τον Δήμο Αθήνας, και επιμερίζεται σε δέκα διαφορετικά κτίρια στο εσωτερικό, τα οποία με τη σειρά τους εσωκλείουν δεκαοκτώ διαφορετικές ενότητες. Κάθε ενότητα έχει τους δικούς της επιμελητές, άτομα διακεκριμένα στον τομέα τους που συμπράττουν στα GR80s, ενώ στον επισκέπτη δίδεται με την είσοδο σχετικός χάρτης για να προσανατολιστεί.

Το ιστολόγιο αυτό πήγε και στα εγκαίνια της Τετάρτης, όσο και το απόγευμα της Κυριακής 29 του μήνα, και με χαρά είδαμε πολύ πλήθος να επισκέπτεται το χώρο, περιμένοντας στις ουρές για να μπει μέσα στα θεματικά περίπτερα, και κυρίως στο κτίριο όπου έχει γίνει αναπαράσταση ενός τυπικού διαμερίσματος των 80ς. Ακόμα μεγαλύτερη η χαρά μου, και ο σχεδόν εφηβικός ενθουσιασμός, όταν εντόπισα σε διάφορα σημεία τα αντικείμενα που είχα προσκομίσει και που εκτίθενται σε πολλαπλά θεματολογικά σημεία.

Κάτω:  πλήθος στην ουρά περιμένει μέσα στην παγωνιά την Κυριακή 29 Ιανουαρίου, για να μπει στο περίπτερο όπου έχει αναπαραχθεί ένα διαμέρισμα στο στυλ του ’80.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Κάτω :  ένα αυθεντικό πράσινο λεωφορείο της κλασικής γραμμής Σύνταγμα-Πειραιάς, κλέβει τις εντυπώσεις.

Κάτω:   μερικά από τα χιλιάδες χαρακτηριστικά αντικείμενα του ’80 που εκτίθενται.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Τα προγράμματα κινηματογράφων που είχα κρατήσει.

Κάτω : το Lifestyle  της εποχής.

Κάτω :  Ιδεολογία και κοινωνία.

Κάτω:  πολύ ωραία δουλειά στο περίπτερο για τη Βιβλιοθήκη του ’80.

Στη βραδιά των εγκαινίων, απολαμβάνουμε στο τέλος μια «σεράνο» εποχής, στην καφετέρια της Τεχνόπολης.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Αυτά τα ψιλά προγράμματα που έγιναν μύθοι

ceb1cebdcf8ecebdcf85cebccebf-1

dimart

Αναμνήσεις από τα κεντρικά σινεμά της Αθήνας στη δεκαετία του ’80

—της Ειρήνης Βεργοπούλου—

Αττικόν και Απόλλων μαζί, δυο «δίδυμοι πύργοι» που έμελλαν να καούν στο απώτερο μέλλον, σε μια απεχθή και δραματικότατη συγκυρία. Εντελώς ανυποψίαστοι για αυτό το Ύστερα που ελλόχευε, απολαμβάναμε τους Ναούς εκείνους της κινηματογραφικής λατρείας. Στεκόμασταν στις ουρές, ντυνόμασταν συχνά με «τα καλά» μας όποτε πηγαίναμε εκεί, θαυμάζαμε τους από πάνω αναρτημένους τεράστιους «πίνακες» που εικονογραφούσαν την εκάστοτε ταινία: μια larger than life πραγματικότητα, που δυνάμωνε, με ένα κοίταγμα που κάναμε, την ένταση της δικής μας καθημερινότητας. Απολαμβάναμε ακόμα και την αφή πάνω στο ξύλινο χερούλι των καθισμάτων όπως και την αίσθηση της βελούδινης τσόχας τους. Όσοι λαχταρούσαμε πιότερο να εμφιλοχωρήσουμε στην πλοκή, οι «άρρωστοι», διαλέγαμε τα θεωρεία του Αττικόν, επάνω, τα μεμονωμένα εκείνα καθίσματα άκρη μπροστά.  Οι πορωμένοι φοιτητές βγαίναμε από την μια παράσταση, των έξη, και πηγαίναμε στην επόμενη, των οκτώ, από το ένα…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 312 επιπλέον λέξεις

«Καβαφικός» κρατήρας.

 

20160818_223725

Φωτογραφία μου από  εχθές, από το Αρχαιολογικό Μουσείο, από μια εξαίρετη βραδιά στο φως της πανσελήνου, και όπου με συγκίνηση που ξαναείδα τα ανεκτίμητα για τη μνήμη της ανθρωπότητας κειμήλια.

Μεταξύ άλλων πολλών που με έκαναν σχεδόν να δακρύζω, αυτό, και οι συνειρμοί του που μου έφερε.

 

Ο «Κρατήρας της μάχης», όπως λέγεται, από την Ακρόπολη των Μυκηνών, έκθεμα του «Αθέατου Μουσείου», για λίγο καιρό ακόμα στα μάτια του κοινού, ανασυρμένος από τις αποθήκες του ιδρύματος. Φέρει μια συγκινητική ιστορία επάνω του, μεταξύ άλλων επειδή, καθώς αποδείχτηκε, ήταν αφιερωμένος σε 18χρονο πεσόν στον πόλεμο αρχοντόπουλο. Τα τελευταία λόγια στην πληροφοριακή περιγραφή δίπλα, μου βγάζουν Καβαφική αίσθηση:
«Η προσφορά του σε έναν από τους νεότερους πρίγκιπες του νεκροταφείου υποδηλώνει τον αναπάντεχο θάνατο ενός μελλοντικού ηγέτη, που απόλαυσε βίο μικρό με μεγάλες προσδοκίες»

 

 

 

Πληροφορίες εδώ:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7%CF%82

 

 

Και το ποίημα του Καβάφη που  μου ήλθε στο νου:

 

Η Κηδεία του Σαρπηδόνος

Bαρυάν οδύνην έχει ο Zευς. Tον Σαρπηδόνα
εσκότωσεν ο Πάτροκλος· και τώρα ορμούν
ο Mενοιτιάδης κ’ οι Aχαιοί το σώμα
ν’ αρπάξουνε και να το εξευτελίσουν.

Aλλά ο Zευς διόλου δεν στέργει αυτά.
Tο αγαπημένο του παιδί ― που το άφισε
και χάθηκεν· ο Nόμος ήταν έτσι ―
τουλάχιστον θα το τιμήσει πεθαμένο.
Kαι στέλνει, ιδού, τον Φοίβο κάτω στην πεδιάδα
ερμηνευμένο πώς το σώμα να νοιασθεί.

Tου ήρωος τον νεκρό μ’ ευλάβεια και με λύπη
σηκώνει ο Φοίβος και τον πάει στον ποταμό.
Tον πλένει από τες σκόνες κι απ’ τ’ αίματα·
κλείει την πληγή του, μη αφίνοντας
κανένα ίχνος να φανεί· της αμβροσίας
τ’ αρώματα χύνει επάνω του· και με λαμπρά
Oλύμπια φορέματα τον ντύνει.
Tο δέρμα του ασπρίζει· και με μαργαριταρένιο
χτένι κτενίζει τα κατάμαυρα μαλλιά.
Tα ωραία μέλη σχηματίζει και πλαγιάζει.

Tώρα σαν νέος μοιάζει βασιλεύς αρματηλάτης ―
στα εικοσιπέντε χρόνια του, στα εικοσιέξι ―
αναπαυόμενος μετά που εκέρδισε,
μ’ άρμα ολόχρυσο και ταχυτάτους ίππους,
σε ξακουστόν αγώνα το βραβείον.

Έτσι σαν που τελείωσεν ο Φοίβος

την εντολή του, κάλεσε τους δυο αδελφούς
τον Ύπνο και τον Θάνατο, προστάζοντάς τους
να παν το σώμα στην Λυκία, τον πλούσιο τόπο.
Kαι κατά εκεί τον πλούσιο τόπο, την Λυκία
τούτοι οδοιπόρησαν οι δυο αδελφοί
Ύπνος και Θάνατος, κι όταν πια έφθασαν
στην πόρτα του βασιλικού σπιτιού
παρέδοσαν το δοξασμένο σώμα,
και γύρισαν στες άλλες τους φροντίδες και δουλειές.

Kι ως τόλαβαν αυτού, στο σπίτι, αρχίνησε
με συνοδείες, και τιμές, και θρήνους,
και μ’ άφθονες σπονδές από ιερούς κρατήρας,
και μ’ όλα τα πρεπά η θλιβερή ταφή·
κ’ έπειτα έμπειροι της πολιτείας εργάται,
και φημισμένοι δουλευταί της πέτρας
ήλθανε κ’ έκαμαν το μνήμα και την στήλη.

 

[Και φωτογραφία μου και από έξω από το Αρχαιολογικό].

 

20160818_230822

 

 

Ο Ανυποχώρητος Σαούλ.

1218470_son of saul 2

Μια κινηματογραφικά ανυποχώρητη ‘Κάθοδος στον ‘Αδη’ :

 Ο συγκλονιστικός ‘Γιός του Σαούλ’.

 

‘Όχι, αυτή δεν είναι μια ταινία με συνήθη  αφήγηση και βατή οπτική γωνία, για ξεκούραστα μάτια.

Ετούτη είναι μια ταινία-λάκτισμα στο στέρνο του θεατή,  ακατάλληλη ίσως για μια χαρούμενη απογευματινή ή βραδινή έξοδο, και δεν επιδιώκει βέβαια να είναι. Απλά είναι σχεδόν αριστούργημα. Και λέω σχεδόν, επειδή ίσως έχει κάποια σεναριακά κενά εδώ και εκεί, αλλά ίσως να είναι και ηθελημένα. Μα ναι, είναι όμως μια μεγάλη ταινία της χρονιάς, και ήδη δρέπει βραβεία -χωρίς αυτό να σημαίνει φυσικά κάτι όσον αφορά στην υστεροφημία μια ταινίας, μολονότι σε αυτήν την περίπτωση, τα βραβεία πηγαίνουν μάλλον στον σωστό υποψήφιο.

Εδώ λοιπόν έχουμε και τις βασανισμένες και τρομερές μορφές του Ιερώνυμου Μπος ζωντανές, και τον ‘Αδη  αναπαριστάμενο μπροστά μας. Μόνο που ο ‘Αδης του ‘Σαούλ’ δεν είναι αυτός της  Νέκυιας της Οδύσσειας, όπου ο Οδυσσέας συναντά όλους τους ήρωες και συνομιλεί μεταξύ τους. Ο κάτω κόσμος στο φιλμ του 38άρη Ούγγρου σκηνοθέτη Λάζλο Νέμες είναι το στρατόπεδο ‘Αουσβιτς ΙΙ – Μπίρκεναου στην Πολωνία, στα 1944, όταν η Γερμανία άρχιζε να χάνει τον πόλεμο και τα Σοβιετικά στρατεύματα προέλαυναν στην Ευρώπη. Κανένας μύθος, καμιά ομορφιά ραψωδίας εδώ.

 Ο πρωταγωνιστής της ταινίας, Σαούλ Αουσλέντερ ( ‘ξένος’ στα Γερμανικά, ίσως λογοπαίγνιο), είναι Ούγγρος Εβραίος κρατούμενος, που ανήκει στους τυχερούς. Είναι κατηγορία Sondercommando, ‘Ειδικό Απόσπασμα’, δηλαδή, κρατούμενος μεν, αλλά με το  ‘προνόμιο’ να μην είναι εξαθλιωμένος, μα να επιμελείται της μεταφοράς και ‘επεξεργασίας’ των πτωμάτων αφού οι δυστυχείς  έγκλειστοι θανατωθούν στους θαλάμους αερίων. Τα οποία πτώματα, στο στρατόπεδο τα αναφέρουν συστηματικά ως ‘κομμάτια’.

Αυτή τη συνθήκη, και όλη περίπου την ιστορία με τα πολλά πρόσωπα όπως θα εξελιχθεί, ο θεατής τη βλέπει όχι ως είθισται μέσα από ένα ουδέτερο μάτι/φακό τοποθετημένο κάπου στη μέση, αλλά μέσα από την οπτική γωνία κάποιου που θα στεκόταν ας πούμε ακριβώς πίσω από τον Σαούλ, μέσα από τα μάτια άρα κάποιου που τον ακολουθεί κατά πόδας, και από το  ύψος των ώμων του. Την ολούθε φρίκη δεν την βλέπουμε καθόλου καθαρά, παρά τη διακρίνουμε στο βάθος της οθόνης, μισά, πολύ θολά, καθώς τα  πάμπολλα γυμνά σώματα των δύσμοιρων  σωρηδόν σπρώχνονται προς τους θαλάμους για να εξοντωθούν,  και εμείς ακούμε τις οιμωγές τους  : σε όλη την ταινία είχα την αίσθηση ότι έβλεπα ζωντανεμένα μπροστά μου εκείνα τα αρρωστημένα άσπρα γυμνά σώματα του Ι.Μπος από τους πίνακές του. Και με αυτόν τον τρόπο, ο τρόμος για τον θεατή είναι μεγαλύτερος, η αίσθηση δηλαδή ότι ‘εκεί πέρα’ διαδραματίζονται τα ιστορικά φρικώδη γεγονότα.

Ο Σαούλ λοιπόν, στα αρχικά ήδη λεπτά, ενώ ασχολείται με το ‘καθήκον’ του που είναι να ξεφορτώνεται τα ‘κομμάτια’ αφού αυτά βγουν από το θάλαμο αερίων, παρατηρεί πως ένα νεαρό αγόρι το είχαν βάλει στην άκρη γιατί ακόμα ζούσε μετά από την επιχείρηση εξόντωσης, και  ένας αξιωματικός φροντίζει να το αποτελειώσει μέσω ασφυξίας.

Και εδώ αρχίζει το μεγάλο δράμα. Παρακολουθούμε τον ήρωα της ταινίας, στις απελπισμένες προσπάθειές του, μυστικά και μέσω ατελείωτων  εμποδίων και αγωνιωδών σκηνών  σε όλα τα σημεία του στρατοπέδου, πώς επιδιώκει να βρει ραβίνο για να θάψει κάπου κρυφά και με προσευχή το παιδί, για το οποίο  διατείνεται όταν πια τον ρωτούν, ότι είναι γιός του.

 Γύρω από εκεί πλέκεται όλος ο σπαραγμός  του έργου. Είναι όντως ο γιός του; Αναρωτιόμουνα. Και αν είναι, είναι στα πλαίσια της λογικής αυτό που προσπαθεί; Που μάλλον πια από ένα σημείο και έπειτα δεν είναι, αλλά ωστόσο τον βλέπουμε με παράφρον σχεδόν πείσμα αλλά και τιτάνια θέληση, να επιμένει. Κάποια στιγμή εξηγεί σε έναν άλλο ότι το παιδί ήταν καρπός ενός εξωσυζυγικού δεσμού του. ‘Αρα, όλη η τιτάνια προσπάθεια, είναι ίσως και ένας τρόπος εξιλέωσης για το αμάρτημα που είχε διαπράξει, αυτό της απιστίας;  ‘Όπως είπαμε, μερικές σεναριακές ασάφειες υπάρχουν εδώ, όπως ποιο είναι το παρελθόν και η ταυτότητα μιας νεαρής γυναίκας που τον βοηθά στο ομαδικό σχέδιο απόδρασης και υπάρχει εμφανώς μια ερωτική στιγμαία ένταση μεταξύ τους. Ενδεχόμενα η ασάφεια να είναι και εσκεμμένη. Οι απορίες όμως δεν μας εμποδίζουν να συν-πάσχουμε με τον φουκαρά αυτόν που μετατρέπεται σε Τιτάνα, στην πορεία για την αξιοπρεπή ‘κηδεία’ του αγοριού, και παρά τις  τόσες ματαιώσεις που συναντά. Αναπόφευκτα, μας έρχεται στο μυαλό η Αντιγόνη του Σοφοκλή, με την επιμονή της για μια σωστή στα μάτια των θεών ταφή. Το πρόσωπο του Σαούλ (εξαίρετος στη λιτότητά του ο Γκέζα Ρέρινγκ) είναι, ναι, μια μάσκα αρχαίας τραγωδίας , είναι ακίνητο και άσπρο, όπως όλων εκεί μ έ σ α, εκεί κ ά τ ο υ : τα άτομα αυτά είναι ήδη νεκρά, η ζωή τους τελείωσε με το που τους έφεραν ε κ ε ί . Αγκιστρώνονται εν τούτοις από το ελάχιστο της όποιας ζωής έχουν ακόμα,  εδώ, σε αυτόν τον Κάτω Κόσμο, με τους τυράννους και τους τυραννημένους ,όπου  έχουμε τις ίδιες προσωπικότητες που συναντάμε και στον Πάνω: τους παρτάκηδες, τους αθώους, τους φιλόδοξους, τους προδότες, τα καθάρματα, τους είρωνες, τους ήρωες.  Παρά ταύτα, για λίγους απισχνασμένους κρατούμενους, μαζί και με τον Αουσλέντερ, θα έρθει η στιγμή της ελπίδας. Γνωρίζοντας για τους Σοβιετικούς που προχωρούν, θα επιδιώξουν την απέλπιδα μετάβαση στον πάνω κόσμο, με τη σορό της πρότερης ζωής τους στην πλάτη, θα έλεγα. Η αναζήτηση στο διαδίκτυο μου έβγαλε ότι πρόκειται για αληθινό γεγονός, τον ξεσηκωμό κάπου 250 κρατούμενων στις 7 Οκτωβρίου 1944, όταν ανατίναξαν το Κρεματόριο 4 και διέφυγαν. Τρομερή η αγωνία του θεατή καθώς ακολουθεί τον Σαούλ σε αυτήν την απόδραση, ενώ φέρει στους ώμους του το πτώμα του παιδιού ακόμα : δεν υπάρχουν λόγια. 

Εν τέλει ο θεατής, ‘καθαρμένος’ κατά τον Αριστοτέλειο όρο, αν  έχει παρακολουθήσει με υπομονή και  έχει αντέξει την ύπαρξη του Σαούλ μέχρι το τέλος, θα νιώσει ευτυχής που δεν έχει βρεθεί θύμα τέτοιων ιστορικών συγκυριών, περήφανος που είδε την ταινία  ‘όταν πρωτοπαίχτηκε’, αλλά και μελαγχολικός, σκεπτόμενος ότι την ίδια στιγμή σε άλλα, ‘άγρια’  μέρη της υφηλίου, και σήμερα, τα ανθρώπινα πάθη θα έχουν άπειρους δικούς τους Σαούλ.

 

 

Το Λάνθιμο σύμπαν είναι το δικό μας σύμπαν.

thelobster-posters (1)

Ναι, έχουν γραφεί ήδη πολλά για τον ‘Αστακό’ του Γιώργου Λάνθιμου, από την πρεμιέρα της ταινίας στο Φεστιβάλ των Κανών φέτος το Μάιο, όπου και διακρίθηκε με το βραβείο της Κριτικής Επιτροπής, έως και μέχρι σήμερα που παίζεται στις αίθουσες. Δίκαια, νομίζω. Είναι σαφές βέβαια ότι το ‘ανφάν τερίμπλ’ του σύγχρονου Ελληνικού σινεμά έχει τύχει μεγάλης καταξίωσης και δημοσιότητας από την αρχή της καριέρας του, και πολύ γρήγορα, και γρήγορα επίσης έχει γίνει και η μεταπήδησή του στα διεθνή κινηματογραφικά σαλόνια. Με την ‘Κινέττα’ πρώτα το 2005, ύστερα από πετυχημένη σταδιοδρομία στα εγχώρια βιντεοκλιπς,  και αργότερα  με τον μυθικό σχεδόν ‘Κυνόδοντα’ το 2009, και τις ‘Αλπεις’ δυο χρόνια μετά,  ο Λάνθιμος είχε γίνει μια παγκόσμια σελέμπριτυ στα 40 του.  Τώρα με τον ‘Αστακό’, είναι φανερό ότι καθιερώνεται  στον ευρωπαϊκό χώρο, και ότι θα περιμένουμε πολλά από αυτόν, αφού είναι και πολύ νέος.

Γιατί αυτή η συμπάθεια λοιπόν των περισσότερων κριτικών στον ‘Αστακό’, παρόλες τις αδυναμίες του στο β’ μέρος, που όλοι παρατηρούν; Σαν απλός θεατής μπορώ να μιλήσω μόνο, ακριβώς επειδή η θεματολογία της ταινίας αλλά και η πραγμάτωσή της με άγγιξαν ιδιαίτερα.  Το ‘σύμπαν’ του Λάνθιμου, που τόσο έχει χαρακτηριστεί ως ‘άγριο’, ‘κυνικό’, ‘δυστοπικό’ και βίαιο, είναι τελικά ο δικός μας κοινωνικός χώρος. ‘Οπως συζήτησα με τους φίλους που βλέπαμε μαζί, και σχολίαζαν κάπως ενοχλημένοι την σκληράδα των εικόνων [σχεδόν φοβόντουσαν, τί να περιμένουν, λόγω του Κυνόδοντα, είπαν!], η βία των φαντασιακών εικόνων του Λάνθιμου, είναι ήπια μπρος στην βιαιότητα της πραγματικής μας ζωής. Η τραχύτητα των βιωμάτων μας, των σχέσεών μας, οι λάγνες για τρόμο ειδήσεις, οι αναμεταξύ μας συμπεριφορές, και κυρίως, οι άτεγκτοι κοινωνικοί κώδικες και ο κομφορμισμός,αυτά είναι η τροφή για τις ταινίες που ο Γ.Λ.  μαζί με τον σεναριογράφο Ευθύμη Φιλίππου, αποτυπώνουν. Απλά, στα φιλμς του Γ.Λ. αναπαριστώνται όλα αυτά που μας βασανίζουν, σαν ενοχλητικοί εφιάλτες, σαν παραμύθια των Γκριμ στο πιο οξύ ακόμα.

Ο Αστακός του τίτλου, είναι το ζώο που επιλέγει ότι θα ήθελε να μεταμορφωθεί ο ήρωας Ντέηβιντ, αν αποτύχει να ζευγαρώσει εντός 45 ημερών, στο Ξενοδοχείο όπου στέλνονται οι μόνοι/αζευγάρωτοι άνθρωποι σε μια δυστοπική Πόλη του μέλλοντος. Στην υπόθεση που ακολουθεί, οι αλληγορίες είναι αλλεπάλληλες, οι εκπλήξεις αρκετές, αλλά και το διαβρωτικό χιούμορ πάντα παρόν, μαζί όμως με μια αίσθηση τραγωδίας. Από τη μια έχουμε τον αμετάβλητο κομφορμισμό του κοινωνικού συστήματος που απαιτεί το ζευγάρωμα με απολυταρχικό τρόπο, και είναι αυτό  το πρώτο μέρος της ταινίας, καλά σφιχτοδεμένο και με πανέξυπνο σενάριο και ερμηνείες. Από την άλλη, στην περίπτωση της επιλογής της ‘διαφυγής’ , εκεί έξω στο Δάσος, όπου κρύβονται οι αδέσμευτοι, και εκεί όμως έχουμε τον απολυταρχισμό, τη σταλινική θα έλεγε κανείς επιβολή κανόνων και τιμωριών. Μια ερωτική ιστορία παρόλα αυτά αναπτύσσεται μεταξύ του Ντέηβιντ και της ‘γυναίκας που έχει μυωπία’, ενώ οι νόμοι του Δάσους το απαγορεύουν δια ροπάλου. Η εξέλιξη θα είναι γεμάτη φανταστικές σκηνές και πλάνα, πολλά από τα οποία μου θύμισαν κλασικούς πίνακες, με πολλούς συμβολισμούς, που άπτονται και της ψυχανάλυσης – αν και με ένα έντονο σκηνοθετικό πλάτιασμα στο τελευταίο 45λεπτο.  Ωστόσο, το τέλος θα συγκλονίσει, αν μπορέσει να αναγνωστεί σωστά, και, μέσα στη μαυρίλα της κατάστασης και των βασάνων των ηρώων, θα αφήσει ένα σχεδόν παραδοσιακό μήνυμα, για τη δύναμη της αγάπης και της θυσίας.  

Πάντα δηλαδή, ακόμα και στο Λανθ-ίμιο, πλήρη σκοταδιού χωροχρόνο, μέγιστο όλων ξάφνου η Αγάπη, ανατρεπτική, απρόβλεπτη, πανανθρώπινη.

  • κάτω :  σκηνοθέτης και καστ στις Κάνες.

ImageHandler

Jean – Michel Guenassia – Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων

Πανδοχείο

Καληνύχτα θλίψη

-Πρέπει να περάσατε δύσκολα.

– Το ίδιο κι εσείς.

-Αυτό που μετράει είναι ότι είμαστε ζωντανοί, έτσι δεν είναι;

-Ναι, πρέπει να σκεφτόμαστε το μέλλον.

-Αν δεν είμαστε εμείς αισιόδοξοι, τότε ποιος θα είναι;

Η στιχομυθία της σελίδας 199 ανάμεσα στον Ίγκορ και τον Βέρνερ, πρόσφυγες από κομμουνιστικές χώρες στο Παρίσι των τελών της δεκαετίας του ’50, αποτελεί μια από τις εκτυφλωτικές όψεις της τιτλοφορούμενης αισιοδοξίας, και μάλλον την πιο προφανή. Η συγκεκριμένη, διαρκώς αναβλύζουσα πηγή αισιοδοξίας δεν εντοπίζεται σε πείσμα όσων πέρασαν αλλά ακριβώς από το γεγονός ότι τα πέρασαν. Νωρίτερα, στη σελίδα 158, διαβάζουμε για τον Ιγκόρ: Η φυγή του από την ΕΣΣΔ και οι περιπλανήσεις του τον είχαν κάνει ν’ αναθεωρήσει έννοιες όπως η αλήθεια και το ψέμα. Τώρα πια, για ένα μόνο πράγμα ήταν σίγουρος: ότι ήταν ζωντανός. Πίστευε ότι το μόνο για το οποίο μπορούσες να είσαι βέβαιος σ’ αυτό τον κόσμο ήταν…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.666 επιπλέον λέξεις

«Μοιραία Πράγα» του Φίλιπ Κερρ : Παρουσίασή μου για το βιβλίο, αυτήν την Κυριακή στο ‘Ρεβόλτ’

image-huge

Και κάτι διαφορετικό από τα συνήθη : Αυτή την Κυριακή, στις 6.30 το απόγευμα, στο ‘Ρεβολτ’ της οδού Κωλέττη στα Εξάρχεια, κάνω μια παρουσίαση/ανάλυση του εντυπωσιακού θρίλλερ ‘Μοιραία Πράγα’ του Φίλιπ Κερρ, με συνοπτική ανάλυση όλων των εννέα μέχρι τώρα ιστοριών με αυτόν τον ήρωα.

H Κυριακή στα ρηχά.

Από τον περσινό Αύγουστο….μια ματιά στην παραλία….

Ειρήνη Βεργοπούλου

Image

…Αφού καθίσει στη ‘σαιζ-λονγκ’ , κάνει μια εξαιρετικά σβέλτα κίνηση, και κλείνει την ομπρέλα ηλίου , που ήταν ανοιχτή από πάνω της και την σκίαζε.

Με αιφνιδιάζει η εικόνα. Το μάτι μου , και ο εγκέφαλός μου κυρίως, δυσκολεύεται να το δεχτεί : παράλογο;
Δεν είναι τόσο η ταχύτητα της πράξης, που αιφνιδιάζει, όσο ο σκοπός :αντίθετα από τους περισσότερους λουόμενους, η νεαρή κοπέλα επιλέγει , αντί να του διαφεύγει, να αποκαλυφτεί στο φως, στο ντάλα μεσημέρι. ΄Υστερα από τα αρχικά δευτερόλεπτα της έκπληξης πάντως, συνειδητοποιώ : το κορίτσι είναι στα πρώτα μετεφηβικά χρόνια. Με τον ήλιο άρα, έχει ακόμα ανοιχτές παρτίδες : τον κάνει ό, τι θέλει. Τον διατάζει, τον προκαλεί, τον αλείφει στο κορμί της, τον γελοιοποιεί, τον προσκυνά, τον αποπλανά, πάντως σαφώς δεν τον φοβάται. Εμείς οι περισσότεροι στις παραδίπλα ξαπλώστρες, παραμένουμε στη σκιά, κουρνιασμένοι, μετρημένοι, σαν πτηνά που φοβούνται μην τους κλέψουν τίποτα αυγά από τη…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 687 επιπλέον λέξεις

O Παράμεσος.

O   Παράμεσος.

Τυχαία διαδρομή σταθερής τροχιάς. Συριγμοί, ξεροί ήχοι από πόρτες που σε σχετικά τακτικά χρονικά κομμάτια, ανοιγοκλείνουν. Ενα λαχάνιασμα τότε, άψυχου μετάλλου, που , λόγω της συνάφειας με τους έμψυχους, έχει αντιγράψει ωστόσο το ανθρώπινο χασμουρητό ρουτίνας γραφείου.
Πολλές στάσεις, πολλές αποστάσεις, πολλές νοητές αποστάσεις.
Μεταξύ τεσσάρων ζευγαριών από γόνατα, στον τετραθέσιο καναπέ, ωκεανοί και ήπειροι ενδιάμεσα. Ο κάθε καθισμένος, μια άλλη χώρα. Με σύνορα αυστηρά. ‘Η, μετρίως ασφαλισμένα. ‘Η, ευάλωτα. Και είναι πρωί, κάνει κρύο, και δεν επιδιώκω καμία αίτηση βίζας προς πουθενά να κάνω.

Εντοιχισμένοι και προστατευμένοι στον ατομικό χώρο των σκέψεων. Οριζόντιες γραμμές σαν πλαγιαστές σιδερόβεργες , καθηλώνουν το πάνω χείλος με το κάτω , ραμμένα. Καμιά φορά, εκτίθεται κανείς αν μονολογήσει κάτι και προδοθούν τα λόγια του, σαν μπαλονάκια ήλιου που ξεφεύγουν προς τα πάνω. Πιο ευπρεπές φυσικά, αν απλά συνεννοείται στο handsfree : εκεί η καθημερινή παράνοια είναι δικαιωμένη και δικαιολογημένη.
Πολλοί όρθιοι, κυρίως νεότεροι, κρατούν χάρτινα χρωματιστά κυπελλάκια με ζεστό καφέ στο ένα χέρι. Δεν ξέρω αν ζηλεύω περισσότερο την πολύ μικρή τους ηλικία ή το άχνισμα που δραπετεύει από το φρέσκο ρόφημα.

Κάποια στιγμή ένα μικρό βαρίδι αισθάνομαι κάπου να με ακουμπάει. Σαν ένα ελαφρύ βάρος να με έχει αγγίξει. Δεν είναι κάτι απτό, είναι μόνο ένα βλέμμα. Ανιχνεύω την πορεία του βλέμματος. Προήλθε από το κορίτσι που κάθεται μπροστά μου και αριστερά, και κατευθύνθηκε προς το αριστερό χέρι μου.
Τσεκάρω το γιατί. Το βλέμμα της είχε τελικά στοχεύσει, για λίγα δευτερόλεπτα, το παράμεσο δάχτυλο του χεριού μου. Κοιτώ λίγο
λιγότερο αφηρημένα και παρατηρώ πιο προσεχτικά, ότι το ψεύτικο νύχι αυτού του δάχτυλού μου έχει σπάσει. ‘Όλα τα άλλα δάχτυλά μου έχουν τις ακρυλικές μύτες άθικτες. Αυτή του παράμεσου όμως, έχει σπάσει, και αυτό το ασήμαντο ατύχημα, προκάλεσε την περιέργεια και το έκπληκτο βλέμμα της κοπέλας.
Την κάνω ούτε για είκοσι χρόνων, μάλλον δεκαεννιά. Εφηβικά αδύνατη, με αδιάφορα καστανά λιπαρά μαλλιά , μαζεμένα σε σεμνότατη και απλότατη αλογουρίτσα. Χλωμούλα, λεπτούλα, με κάνα δυο, σπαστικά για αυτήν σίγουρα, μπιμπικάκια, και άβαφα μάτια. Σε ένα αλλόκοτο δηλαδή ηλικιακά μεταίχμιο, όπου πρέπει να αισθάνεται ενήλικη, αλλά την μπερδεύει ότι μέχρι πριν σύντομο σχετικά καιρό, είχε το συγχωρητέο της παιδικής ηλικίας ακόμα. Πόσο πολύ θα πρέπει να την εντυπωσίασε το άνευ σημασίας τεχνητό μου ελάττωμα. Κανείς από τους άλλους δυο καθήμενους συνεπιβάτες , ούτε κανείς από τους κοντινούς, τους σκοτισμένους με τα δικά τους όρθιους, δεν το έχει προσέξει, ούτε και θα τους ενδιέφερε βέβαια. Πόσο αλώβητο από άλλες έγνοιες και μνήμες είναι άραγε ακόμα το μυαλό της, που είχε χώρο να για να αφιερώσει τόση έκπληξη σε κάτι τόσο αβαρές.
Και , όταν κατάλαβε ότι και εγώ τις ανταπέδωσα το κοίταγμα, δείχνοντας ότι κατάλαβα πού καρφωνόταν, στράφηκε ένοχα και τσαντισμένα αλλού, σαν να κάκιωνε τον εαυτό της που πρόδωσε την ζαβολιάρικη παιδική της περιέργεια.
Με είχε ωθήσει όμως ήδη, να παρατηρήσω λίγα δευτερόλεπτα και εγώ τον παράμεσό μου. Ξαναπρόσεξα τα ‘μαξιλαράκια’ στο πρώτο οστούν, που έχουν τα δάχτυλά μου. Σαν των αδελφιών μου, και όπως ήταν του πατέρα μου. Συχνά μας το λένε οι θείοι μας αυτό. « ‘Εχετε το τάδε από τον μακαρίτη, έχετε το δείνα ».

‘Εχουμε δηλαδή οι απόγονοι το μέτωπο έτσι, το πέλμα έτσι, τον αγκώνα κάπως. Κομματάκια από τους ανθρώπους μας που λείπουν. Τι άχρηστες τελικά συγκρίσεις. Λες και μπορούμε τους απόντες να τους ξανασυναρμολογήσουμε από τα δώθε και κείθε κομμάτια τους.

Τον παράτησα τον παράμεσο, και κοίταξα από το τζάμι του συρμού προς τα έξω, ενώ περνούσε από τη σήραγγα. ‘Εφθανε σε καινούργιο σταθμό. Το τζάμι είναι φυμέ και δημιουργεί , εν αγνοία του μηχανικού μάλλον, ένα φίλτρο , μια αίσθηση αναγεννησιακής ή μεσαιωνικής τέχνης καθώς περιβάλλει την έξω εικόνα. Τα κορίτσια που στέκονται στην αποβάθρα, με τα μακριά μαύρα μαλλιά, ομορφαίνουν και γίνονται αινιγματικές σαν Τζοκόντες. Τα αινίγματα κείτονται όμως ακόμα όλα μπροστά τους.
Ο συρμός συνεχίζει, και στον επόμενο σταθμό παρατηρώ έναν άγνωστό μου, που μου θυμίζει έντονα έναν φίλο μου, σε νεότερη ηλικία όμως. Σαν να μεσολάβησαν δεκαπέντε χρόνια προς τα πίσω, από τον ένα σταθμό στον άλλο. Στην επόμενη αποβάθρα, θα μας δω πάλι παιδιά άραγε, να προσμονούμε τα τρένα, σαν τεράστια παιχνίδια, με την καρδιά γεμάτη λαχτάρα;

‘Όχι πολύ πιθανό. Σηκώνομαι γιατί ήρθε η ώρα να αποβιβαστώ. Κάνω μια κίνηση να φορέσω το μπερεδάκι μου για το κρύο.
Το timing είναι τέτοιο, που τη στιγμή που ακουμπά αυτό στα μαλλιά μου, ανοίγουν ξερά οι πόρτες και ακούγεται ένα κλακ, σαν να έπεσε το καπέλο με πολλά κιλά στο κεφάλι μου. Κανείς δεν το προσέχει.

( Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ‘Πολίτες’ ).

Ενήλικοι και ευάλωτοι απέναντι στις συνοικίες.

Μια  γωνία,  ενός  κάποιου παραθύρου  σε  ένα  τυχαίο σπίτι  ξένων  ανθρώπων, με  κάνει  να  δω  όλη  τη  μέρα  μου  διαφορετικά.

 Είναι   το  κάτω  αριστερό  άκρο  στο  παράθυρο,  σε  μια  δίπατη  μονοκατοικία,  σε  έναν  ανηφορικό  δρόμο  στα  σωθικά  του Βύρωνα.

 ‘Εχω  μόλις  κατέβει  από  το  αυτοκίνητό  μου,  και  εστιάζω  ξαφνικά  στη  γωνία,  ενώ  και  αυτή αντίστοιχα  παρατηρεί  εμένα.  Για την  ακρίβεια, είναι  δυο  μάτια  που  με  παρατηρούν, και  για  αυτό  εξάλλου  προκάλεσαν  την  περιέργειά  μου.  Δυο  μάτια  με  αχνό, θολό  βλέμμα,  αδύναμο,  που  όμως  κρατά  μια λαχτάρα  μέσα  του. Τη  λαχτάρα  να  μπορούσε  να  συμμετέχει  στη  τεκταινόμενα   εκεί  έξω.

 Στα  λίγα   κλάσματα  στιγμών τούτης  της  ανεπαίσθητα  μελαγχολικής  αναμέτρησης  βλεμμάτων,  διακρίνω  ίσα  ίσα  το  μισό  κεφάλι  μιας  ηλικιωμένης  γυναίκας.  ‘Ενα  μισό  κεφάλι  ,  που   ξεπροβάλλει από  το άσπρο  ξύλινο πλαίσιο    ‘Ενα μέτωπο   όλο  κι  όλο  βλέπω  , τα μαλλιά,  και  τα  μάτια.  Το  υπόλοιπο  σώμα  θα  βρίσκεται  μέσα   και  κάτω  από  το  παράθυρο,  ακουμπισμένη,  ακίνητη.  Ποιος  ξέρει  πόσο  ακίνητη  και  για πόσον  χρόνο. Πόσον  καιρό  θα  κάθεται  να  ατενίζει  εκεί,  με το  μισό  πρόσωπο,  τους  περαστικούς  και τις  περαστικές  να  περνούν.  Με  τους  οφθαλμούς  θαμπωμένους  από  τον  καταρράκτη,  αλλά  ικανούς  ακόμα να  φέρουν   εντός τους   τον  πόθο  του  να  μπορούσαν  να  περιπλανώνται    εκεί έξω.

 Μου  έρχεται  ένας  αλλόκοτος συνειρμός,  ότι  αυτή  η  εικόνα  στο  ένα  τέταρτο  του  παραθύρου, το τζάμι  με  το  μισό  κρανίο  είναι  σαν  τα  αριστουργηματικά  still  lives  της  Ολλανδικής ζωγραφικής  του  17ου  αιώνα :  μια  ακίνητη  ζωή,  μα χωρίς  λουλούδια,  φρούτα  και  γιρλάντες  και  λιλιά,  μια  ζωή  που  ίσως  δεν  ‘περπάτησε’  και  πολύ  πέρα  από  τα  συγκεκριμένα  τετραγωνικά  του μαχαλά.  

Ευγνώμων  άρα   και  για την  τωρινή,  και  για  τη  διαρκή  στιγμή  που  είμαι  έξω  συμμετέχοντας  στην  περιδίνηση  των  πραγμάτων,  παίρνω  την  κατηφορίτσα  με  τα  πόδια.

Οι  δουλειές  μου  με  φέρνουν  στον  Βύρωνα  συχνά,  και  τον  έχω  αγαπήσει.  Οι  ανηφόρες  του δεν  με  κουράζουν  να  τις  περπατώ,  και  τα  αρκετά  μικρά  σπιτάκια  που  στέκουν  παινεσιάρικα   ακόμα  ,  και  ανακαινισμένα,  στεγάζοντας  οικογένειες,  βγάζουν  μια  γλύκα  με  τη  λιτότητά  τους. ‘Η,  έτσι  μου  φαίνονται  εμένα.

‘Εχω βάλει   στοίχημα  με  τον  εαυτό  μου  να  απομνημονεύσω  και  να  θυμάμαι  τα  ονόματα  των  οδών,  στις  περισσότερες  συνοικίες  από  όπου  τακτικά  περνάω.  Να  ξεχωρίζω  ποιες  είναι  οι  οριζόντιες,  ποιες  οι  κάθετες,  με  ποια  σειρά,  να  μην  μπερδεύω ποιες έχουν  ονόματα  Πατριαρχών,  ποιες  επισκόπων,  ποιες  αγίων  και  ποιες  οσίων. Εξάσκηση  μνημονικού  καλύτερη  από  sudokou.

Είναι  Κυριακή,  μεσημέρι,  και  στο  τέρμα  της  κατηφόρας,  στο  ψιλικατζίδικο,  οι  γείτονες  χαιρετιούνται  χαλαρά.  Μεσήλικες  και  άνω,   νοικοκυρές-μαμάδες,   συνταξιούχοι. Κινήσεις  αργές.   Ο διαθέσιμος  χρόνος   τους  είναι  απεριόριστος  σχεδόν,  και  σχεδόν  το  φθονώ.  Με  πιάνω  να  είμαι  απρόσμενα  όμηρος  αυτής  της  -φαινομενικής  έστω-  τρυφεράδας  και  αργότητας.   Εντάξει,  δεν    πειράζει  αν   η  φαντασία   για  λίγο   καλλωπίζει   αρκετά  την  πραγματικότητα.   Δεν  βλάπτει  και  ο  εσκεμμένος  εξωραισμός   της  σκηνής.  ‘Ισως  η  σκέψη  έχει  ανάγκη  την  τρυφεράδα  :  αρκετά  μπρούτα  είναι  τα  πάντα.

Μέχρι  πριν  λίγα  χρόνια  και  επί  μακρόν,  με  έβλεπα  σαν  έγκλειστο ,  που  ήθελε  να    αποδράσει  από  τη  συνοικία  του,  από  τη  χώρα  την  ίδια.  Μας  έβλεπα  ,  αρκετούς  από  μας,  σαν  δρομείς  με  φυγόκεντρες  τάσεις,  όπως  είναι  ο  Δρομέας  του Βαρώτσου.  Με  το  γόνατο  προτεταμένο,  να  νομίζει  ότι  τρέχει,   ότι  ξεφεύγει,  αλλά  δεν. Με τη  σκόνη  των  ετών  να  μαζεύεται  στα  κομμάτια του,  να τον  γκριζαίνει, να  φοβάσαι  ότι  θα  σπάσουν  τα  ‘τζάμια’  του  από  το βάρος,  αλλά  όχι.

Τελικά  έμεινα  εδώ,  και  το αποδέχτηκα. Και  οι  σκόνες  έγιναν  θεμέλια,  που  φτιάχνουν  ένα  ανθεκτικό  κουκούλι,  έναν  ιστό.  Και  τελικά  ‘επέστρεψα’  ψυχικά  στη  γειτονιά  μου,  αγόγγυστα  τελικά  ,  και  με  διάθεση  όψιμου  προσκυνητή.  ‘Αρχισα  να ανακαλύπτω,  να    ψηλαφώ  με  τα  μάτια,  να  χαρτογραφώ  τα  σημεία  που τα  είχα  αφήσει  σκόπιμα  ανεξερεύνητα,    ως άγνωστους,  αδιάφορους τότε,   τόπους. Σημεία   δηλαδή που  ήταν  από  ‘αιώνες’   θαρρώ  εκεί     -πράγμα  που για  το  κέντρο   της  Αθήνας  μπορεί  και  να  ισχύει στην  κυριολεξία-     και  δεν  τα  έβλεπα .  Τους  δρόμους  και  τα  συμπλέγματα  τους    στην  περιοχή  μου,  μόλις  πρόσφατα  έχω  μάθει  με  λεπτομέρειες  ποιοι  είναι  όλοι και  πώς  συνδέονται. Που  οδηγούν,  και  τι  προσφέρουν.  

Η  διάθεσή  μου  έχει  γίνει  κεντρομόλος.   Στις  μικρές  χαρές,  που  ούτως  ή  άλλως τις  επιζητώ,  έχω  προσθέσει  τη  βόλτα  στα  μέρη  μου. Στο  να  παρακολουθώ  τα  παιδιά  και  τις  οικογένειες  στην  παιδική  χαρά, σε   μια  κόχη  πλατείας,  που  περνούσα  συχνά  από  μπροστά  της  και  δεν  την  είχα  προσέξει  ότι  είναι  εκεί. Στο  να  χαιρετιζόμαστε    όταν  συναπαντιέμαι  με  παλαιόθεν  γνωστούς, και  να  δίνουμε  κουράγιο  ο  ένας  στον  άλλο,  με  δυο   τρεις  ζεστές  κουβέντες,  ότι  θα  περάσει  η  δυσκολία  των καιρών.  Στο  να  μετράω  σε  πόσα χρώματα  παραλλαγής  βγαίνουν  οι  πικροδάφνες  μας,  πόσο   έντονες  είναι  οι  νεραντζιές,  και  πόσο  πράγματι  πολλές,

  (  ‘Ισως   είναι  έτσι  έντονες  και  άφθονες,  γιατί  τα  δέντρα  τα  ζωγράφισαν  τα  παιδιά,  αλλά  δεν  το  ξέρουμε ).    Στο  να  κάνω  επίσκεψη  ή  να  περνάω  απέξω,  από  τα  ψιλικατζίδικα,  τα  κρεοπωλεία,  τα  περίπτερα,  τα  φαρμακεία,  όλα  αυτά  τα  μαγαζιά  που  είναι  πλέον  endangered  species,  μέσα  στη  σφοδρότητα  των αλλαγών  των  καιρών.  Στο  να σκέφτομαι πώς   και  αν   θα  αλλάξουν  ποτέ  τα  παλιά,  σπασμένα  πλακάκια  πεζοδρομίων   ,που  διεκδικούν  κλέος  αρχαιοτήτων.   Στο  να  περιεργάζομαι  την  αρχιτεκτονική  των  παλιών  σπιτιών  με  τις   μυστικοπαθείς  αυλές , που   ναι,   κατά  απίστευτο   τρόπο,  υπάρχουν  ακόμη.  Στο να  περιμένω  το  λεωφορείο  στην  στεγνή  στάση,  με  τον σιδερένιο  πάγκο  με  τις  οπές,   που  σαν  σουρωτήρι  μας  στηρίζει  λίγο,  όταν  έχουμε  αποκάμει.  Στο  να  περπατώ  μέσα  σε  μικρούς  τοπικούς  λόφους.

Και  βέβαια,   χαρά  είναι  και  τα  τοπικά  σουβλατζίδικα,   τα  τραπεζάκια  το  βράδυ  κάτω  από  τις  τέντες,   όπου  γίνεται  λαικό  προσκύνημα,  από  τους πάντες.  ‘Οπου  η  λαική  ευωχία  γίνεται  σχεδόν  μυσταγωγία,  μια  σύναξη  σαν  συνθηματική.  Είμαστε  εδώ,  και  το  παλεύουμε,  πολεμιστές  και  συνεχιστές  της  ζωής,  μέσα  στην  υποτιθέμενη  ανωνυμία  μας.

IMG00323-20120316-1654

H Κυριακή στα ρηχά.

Image

…Αφού καθίσει στη ‘σαιζ-λονγκ’ , κάνει μια εξαιρετικά σβέλτα κίνηση, και κλείνει την ομπρέλα ηλίου , που ήταν ανοιχτή από πάνω της και την σκίαζε.

Με αιφνιδιάζει η εικόνα. Το μάτι μου , και ο εγκέφαλός μου κυρίως, δυσκολεύεται να το δεχτεί : παράλογο;
Δεν είναι τόσο η ταχύτητα της πράξης, που αιφνιδιάζει, όσο ο σκοπός :αντίθετα από τους περισσότερους λουόμενους, η νεαρή κοπέλα επιλέγει , αντί να του διαφεύγει, να αποκαλυφτεί στο φως, στο ντάλα μεσημέρι. ΄Υστερα από τα αρχικά δευτερόλεπτα της έκπληξης πάντως, συνειδητοποιώ : το κορίτσι είναι στα πρώτα μετεφηβικά χρόνια. Με τον ήλιο άρα, έχει ακόμα ανοιχτές παρτίδες : τον κάνει ό, τι θέλει. Τον διατάζει, τον προκαλεί, τον αλείφει στο κορμί της, τον γελοιοποιεί, τον προσκυνά, τον αποπλανά, πάντως σαφώς δεν τον φοβάται. Εμείς οι περισσότεροι στις παραδίπλα ξαπλώστρες, παραμένουμε στη σκιά, κουρνιασμένοι, μετρημένοι, σαν πτηνά που φοβούνται μην τους κλέψουν τίποτα αυγά από τη φωλιά τους. Δεν είναι ωστόσο παραλογισμός αυτό που πράττει το κορίτσι, αγαπητέ. Είναι ότι οι φοβίες για αρρώστιες και ρυτίδες και αφυδατώσεις είναι , προς το παρόν για αυτήν, θέματα για αρκετούς αιώνες μετά.

womanbeachreading

Στρέφω προς την τσάντα του μπάνιου μου παραδίπλα και βρίσκω το μπουκαλάκι με το νερό. Μια δυο γουλίτσες πάνε κάτω και απαλύνουν το λαρύγγι, που έχει στεγνώσει, από την καλοκαιρινή κάψα και την αλμύρα, αλλά όχι μόνο. Είναι και που τόσο συχνά, με ένα ξεραμένο, στομωμένο λαρύγγι προχωράμε.Τα φωνήεντα και οι σκέψεις βρίσκουν ατυχώς στενή δίοδο εκεί, και φρακάρουν. Ένα λαρύγγι στεγνωμένο, από τις αγωνίες των καιρών. Τούτη τη στιγμή πάντως, δυο γουλίτσες, το ισιώνουν κάπως. Ευκολάκι.
Η πλαζ σου δίνει μια κάποια αίσθηση ότι μπορεί αυτό το μεσημέρι να είμαστε νοητά και λίγα χρόνια πίσω. Ένα μεσημεράκι αργό τούτο, ένας ολιγόωρος λωτός χρόνου, ένα παγωτάκι επιλεκτικής αμνησίας.
Στο γυρισμό από την πλαζ, αυτά θα έχουν ήδη λιώσει.

Μπρος μου και παντού, μεγάλες γυναίκες. Τις παρατηρώ στις ακτές από τότε που ήμουν πολύ μικρό παιδί. Αυτές, με τα φαρδιά από τη γεμάτη ζωή σώματα. Τα σώματα λένε : εμείς ζήσαμε, καλά ή άσχημα, κάναμε παιδιά, τα θηλάσαμε, τα αναστήσαμε, και τώρα είμαστε πύργοι που τους τιμούν, και μας το οφείλουν, οι δεύτερες και οι τρίτες γενιές. ‘Οσες έχουν την τύχη να είναι σήμερα με τις παλιές τους φίλες παρέα, με πλαστικά σκουφάκια στην κεφαλή, ή με κοκκαλωμένο από κομμωτήριο μαλλί, μιλάνε με πάθος ενώ κουνούν χέρια και πόδια στα ρηχά νερά , και σχολιάζουν, για τις νύφες τους, τους γαμπρούς τους, τους γείτονες, τους κουμπάρους, όσους είναι τέλος πάντως απόντες από το σημερινό μπάνιο.
Συχνά τα στήθη είναι τεράστια, λες και για να χωρέσουνε όλες τις ιστορίες και τα αφηγήματα , και τα μυστικά των οικογενειών μέσα.
Τις κοιτώ πολλά χρόνια, και μου φαίνεται ότι από παλιά ήταν οι ίδιες. Από την αρχή τοποθετημένες έτσι, ηλικιωμένες και σωματώδεις εξ αρχής, επί δεκαετίες αμετάβλητες. Κάποτε θα ήταν ωστόσο σαν την κοπελιά που έκλεισε την ομπρέλα, με την αντίστοιχη για τη γενιά τους παιγνιδιάρικη αποκοτιά, όπως και αυτή θα πάρει κάποτε τη θέση τους -μα και πάλι, μόνο αν υπάρξει τυχερή.

Τα νέα ζευγάρια, φέρνουν τα παιδάκια τους για μπάνιο συνήθως αργά το απόγευμα. Και αυτά, νήπια και πιτσιρίκια, ξαναβαπτίζονται , με ευλογίες και μύρα, κάθε φορά, ξανά και ξανά, που παραδίνονται στη θάλασσα. Ανακαλύπτουν όλα τα καλούδια ης πλάσης σε μια λακκούβα νερουλή , ευφραίνονται μέσα στις λάσπες, και χτίζουν επιμελώς μερικές από τις πολλές πρόσκαιρες κατασκευές – τους πύργους στην άμμο- που θα χτίσουν και στο μέλλον τους. Δεν το γνωρίζουν , αλλά αποτελούν είδος ήδη εν ανεπαρκεία, για αυτό και το καμάρι των γονιών τους, για αυτό και οι περισσότεροι λουόμενοι, κυρίως οι γυναίκες, τα παρατηρούν με ενδιαφέρον, σχεδόν επιστημονικό. Τα μικρά τραβάν την προσοχή σχεδόν όλων , και το βλέμμα μας σχηματίζει γύρω από τα πιτσιρίκια έναν αόρατο μεγεθυντικό φακό, και πολλαπλά φωτοστέφανα : ποιοι θαρραλέοι σε έφτιαξαν, μικρέ άγγελε που μετουσιώνεσαι σε ήδη επιβαρυμένο με αμρτήματα άνθρωπο, και τι φορτίο εδώ στα επίγεια άραγε σε περιμένει.

Στις ξαπλώστρες απλώνονται και τα υπόλοιπα σώματα : τα νέα ακόμα, τα μέσήλικα, οι έχοντες δυσκολία κινήσεων, οι έχοντες ευκολία κινήσεων, οι χαλαροί, οι ξαναμμένοι, οι αγαπησιάρηδες, οι βαριεστημένοι, ( είτε μονοί είτε ζευγαρωμένοι),οι διαβάζοντες τα ευπώλητα, οι διαβάζοντες τα δύσκολα, οι διαβάζοντες το κινητό, οι ρακετομανείς, οι στριγκοφόροι, οι φορώντες τα ολόμαυρα γυαλιά, οι ασύμμετρα ογκώδεις από μύες, οι ταπεροφάγοι, οι κρυμμένοι στο πλήθος λωποδύτες, οι κοτσιδοφόροι ναυαγοσώστες, οι φέροντες και φέρουσες τους καφέδες, οι γνωρίζοντες το σερφ, οι γνωρίζοντες τον σεφ,οι δυο δυο φιλενάδες, οι παρέες, οι μόνες, οι μόνοι, οι περιπατητές της ακτής, οι κύριοι και οι κυρίες των σκύλων, οι σκύλοι.
’Ολοι διεκδικούν μερίδιο από το γιγάντιο φως.
Φευ όμως , οι μέρες έγιναν ήδη μικρότερες.
Μα για περίμενε, δεν έδυσε ακόμα ο ήλιος. Να , κάτι φέγγος έχει απομείνει στον ορίζοντα πίσω από το βουνό.
Δεν είναι η έξω κρυάδα ακόμα, το νεράκι είναι, που μας φαίνεται λίγο δροσερό. Θα βγούμε σε λίγο.

IMG00076-20110820-1746

φωτος  :   1)  Côte d’Azur 1965

Photo: Georges Menager

2)  Marie  Fox,  ‘Woman at Beach Reading’

3)  δική  μου  φωτό,  από  τον  Ιούλιο  2011.

‘Ο Αφρός των ημερών’ : Μικρό αφιέρωμα.

Τούτες  τις  μέρες  έχω  ξανά  ανακαλύψει  τον Μπόρις  Βιάν.    Τον  σπουδαίο  αυτόν,  τον  ιδιοφυή,  τον  ‘σχεδόν  τρομακτικά’  ,  όπως  διάβασα  σε  μια  ξένη  κριτική,  ταλαντούχο  Γάλλο  δημιουργό  –  (  συγγραφέας  με  δυο  ονόματα,  μουσικός  τρομπετίστας  της  τζαζ,  κριτικός,  συνθέτης) –  και   που  πέρασε  δυστυχώς  πολύ  σύντομα  από  την  κοροιδευτική  αυτή  ζωή :  1920-1959.

‘Εζησε  μυθιστορηματικά,  και  πέθανε  μυθιστορηματικά .  Είχε  χρόνια  αδύναμη  καρδιά,  λόγω  τυφοειδούς  και  ρευματοειδούς  πυρετού  που  πέρασε  παιδί,  και,  σε  μια  δοκιμαστική  προβολή  αμερικανικής  ταινίας  που  βασιζόταν  σε  νουβέλα  του,  εκνευρισμένος  από  την  κακή  απόδοση  του  έργου  του  από τους   αμερικάνους  παραγωγούς,  σηκώθηκε  όρθιος  φωνάζοντας,  και  έπαθε  ανακοπή.

‘Ολος  του  ο  βίος  έχει εξαιρετικό  ενδιαφέρον, και σαν  αφήγηση,  και σαν  περιπέτεια,  και  σαν  μύθος.  Συναναστράφηκε  μεγάλες  προσωπικότητες  της  εποχής  μετά  τον  β  Παγκόσμιο  πόλεμο,  αντιπροσώπευε  το  πνεύμα  του  Σεν Ζερμαιν  ντε  Πρε,   έμεινε ,  ατυχώς,  και  λόγω  του  ιδιοφυούς  στιλ  του,  αινιγματικός  και  δυσνόητος  σαν  συγγραφέας  στην  εποχή του,  για  να  υψωθεί  σε  μύθο  ο  ίδιος  και  τα  βιβλία του,  από  τον  Μάη  του  68  και    έπειτα.

Προ  ημερών  ανακάλυψα  μια  έκδοση  από  τις  εκδόσεις  ‘Γράμματα’  των  70ς,  με  την  ελληνική  απόδοση  του  L  ecume  des jours  (  1947),  από  το  1979,  σε  θαυμάσια  μετάφραση της  Ρένας  Χατχούτ.  Η   μελαγχολική,  εντελώς  φαντασιακή,  αλλά  τόσο  κοντά  στην  ανθρώπινη  τραγωδία  και  ματαιότητα  ιστορία,  και  το   ύφος  γραφής  των  προτάσεων,  με  ξετρέλανε.  Είναι  η  ιστορία  δυο  νεαρών  ζευγαριών  στο Σεν Ζερμέν  ντε  Πρε  ,  στο Παρίσι  λίγο  μετά  τον  πόλεμο,  αλλά  με  υπερρεαλιστική  απογείωση :    στο βασικό  ζευγάρι, η  νεαρή  αθώα,  γλυκιά  Χλόη,  θα  αρρωστήσει  επειδή ένα  νούφαρο  μεγαλώνει  στους  πνεύμονές  της,  και  ο δυστυχής Κόλιν  θα  προσπαθήσει μάταια  να την  σώσει.  Μετά  από  συμβουλές  γιατρού,  θα  την  αφήνουν  ώρες  ανάμεσα  σε  άλλα  λουλούδια  για  να  τρομάξουν  το  νούφαρο, και  της  απαγορεύουν να  πίνει  νερό.  Αλλά  δεν  σώζεται.  Στο  πικρότατο  και  απαισιόδοξο  τέλος  του  βιβλίου,  μετά  την  κηδεία  της,  ο  Κόλιν  θα  έχει  μια   γεμάτη  παράπονο  κουβέντα  με  τον  Ιησού,  ενώ  η  ζωή  γύρω  συνεχίζεται,  ανυποψίαστη.

Από  τις  σελίδες  126  και  129,  παραθέτω τα  αποσπάσματα :

» – Αυτό το νούφαρο, είπε ο Κόλιν. Πού μπορεί να το κόλλησε;
– ‘Εχει νούφαρο; ρώτησε με δυσπιστία ο Νικόλας.
– Στο δεξιά πνεύμονα, είπε ο Κόλιν. Ο καθηγητής πίστευε στην αρχή ότι ήταν απλώς κάτι ζωικό. Αλλά είναι νούφαρο. Το είδαμε στην οθόνη. Είναι κιόλας αρκετά μεγάλο, αλλά επιτέλους θα πρέπει να μπορούμε να το κάνουμε καλά.
– Μα βέβαια, είπε ο Νικόλας.
– Δεν μπορείτε να καταλάβετε πως είναι, τραύλισε η Χλόη, ανάμεσα στα αναφυλλητά της, πονάει τόσο, όταν κουνιέται!!!»

Η Χλόη ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, ντυμένη με μαβιά μεταξωτή πυτζάμα και μακριά πορτοκαλιά ρόμπα από σατέν. Ολόγυρα ήταν σκορπισμένα άφθονα λουλούδια, και κυρίως ορχιδέες και τριαντάφυλλα, καμέλιες και μακριά κλωνάρια με λουλούδια ροδακινιάς και μυγδαλιάς, και αγκαλιές ολόκληρες από γιασεμιά. Το στήθος της ήταν ξεσκέπαστο, και ένας χοντρός γαλάζιος κάλυκας ήταν χαραγμένος στο κεχριμπαρένιο δέρμα του δεξιού μαστού. Τα μάγουλά της ήταν ξαναμμένα και τα μάτια της έκαιγαν, αλλά ήταν στεγνά, και τα μαλλιά της ήταν ανάλαφρα κι ηλεκτρισμένα σά μεταξωτές κλωστές.
– Θα κρυώσεις ! είπε η Αλίζ. Σκεπάσου!
– ‘Οχι, μουρμούρισε η Χλόη. Πρέπει. ‘Ετσι είναι η θεραπεία.»

‘Εψαξα  για  εικόνες  που  να  ταιριάζουν  κάπως,  από  πολύ  σύγχρονους   εικονογράφους,  και  βρήκα  αυτήν,  του  νεαρού  Εγγλέζου  Ben  Giles :

Image

και  επίσης  αυτήν,  της  Ana  Fagarazzi :

Image

Εν  τω  μεταξύ,  φέτος  βγήκε  στη  Γαλλία  ταινία  βασισμένη   στο βιβλίο, σκηνοθετημένη,  όπως  της  αρμόζει,  από τον  ‘φευγάτο’  σκηνοθέτη  Μισελ  Γκορντί,  και με  την  ‘Ωντρευ  Τουτού  σαν  Χλόη.  Παίχτηκε  στη  Γαλλία  τον  Απρίλιο.  Ο  τίτλος   της  είναι  Mood  Indigo,  που  είναι  ο  τιτλος  που  έδωσαν  στο  βιβλίο  στην  αμερικανική  του  έκδοση,  το 1968.

Εν  τέλει,  Mood  Indigo    ήταν  τραγούδι  του  Duke Ellington  από  το  1930.  Ο  Βιάν  λάτρευε  την  τζαζ,  την  Νέα  Ορλεάνη  κλπ,  χωρίς  να  προλάβει  ποτέ  να  ταξιδέψει  εκεί….

Ο Σουάν, η Οντέτ, η Σεφορά, η κυρία Βεσπούτσι, ο Προυστ και ο Μποτιτσέλι : Διαπλοκές ερώτων και παθών. .

Image

‘Οταν  σκεφτόμαστε  την  μνημειώδη  Καπέλα  Σιστίνα  και  τις  τοιχογραφίες   της, κυρίαρχα  φέρνουμε  στο  νου  τον  Μιχαήλ   ‘Αγγελο (  1475-1564).  ‘Ισως  μας διαφεύγει,  ότι  την  διακόσμηση  στο   ανακαινισμένο  παρεκκλήσι  του  Βατικανού,  το  ανέλαβε  μεν ο  Μικελάντζελο  μετά  το 1508,  αλλά  οι  πρώτοι  που  έφτιαξαν  τις  αρχικές    βιβλικές σκηνές  στις  πλευρές  του,  ήταν  οι Φλωρεντιανοί    μάστορες  των  τελών  του  δέκατου πέμπτου αιώνα,  μετά  από  απαίτηση  του Πάπα  Σίξτου  του  Δ’,  και  ανάμεσά  τους , ο  Αλεσάντρο  ντι  Μαριάννο  ντι  Βάνι  Φιλιπέρι,  εν  συντομία  Σάντρο  Μποτιτσέλι  (1445-1510).  Μάλιστα,  ο  Μποτιτσέλι πέθανε  όταν  ο  Μιχαήλ  ‘Αγγελος  ξεκίναγε  περίπου  τις  περίφημες  τοιχογραφίες  της  οροφής….

 ‘Ενας  ζωογόνος   μίτος    τέχνης  , δημιουργίας  και  ερώτων,  διαπερνά  πολλαπλούς ,σαγηνευτικούς  λαβύρινθους    κάποιων  ζωών  και   έργων    στους  επόμενους  αιώνες.

Image

Σάντρο  Μποτιτσέλι

Ο  Μποτσέλι,  που  σε  αυτοπροσωπογραφία  του  1475,  μας  θωρεί  με  βλέμμα  μεταξύ  αλαζονείας  και  λαγνείας,  και  με  χείλη   σχεδόν  ενοχλητικά  προκλητικά  και  σαρκώδη,  ζωγράφισε  το  1482  τρία  φρέσκος  στην  Καπέλα  Σιστίνα,  που  αναπαριστούν  περιπέτειες  από  τη  Βίβλο,  και  ανάμεσά  στους, τις  ‘Δοκιμασίες  του  Μωυσή’. Στο  φρέσκο  αυτό,που  λειτουργεί  σαν  αφήγηση  σε  εικόνες,  κεντρικά,  στέκονται  δυο  θεσπέσια  εικονογραφημένες  φιγούρες  γυναικών, η  μία  με  γυρισμένη  σε  μας  την  πλάτη,  και  η   άλλη  να  κοιτά  προς  τα  κάτω,  οι  οποίες  αναπαριστούν  τις  δυο  κόρες  του  βοσκού  Ιωθώρ,  στο  πηγάδι,  όπου  ο  Μωυσής  τις  υπερασπίστηκε και βοήθησε  να  τραβήξουν  νερό.  Η  φιγούρα  της  οποίας  το πρόσωπο  φαίνεται,  υποτίθεται  είναι  η  Σεφορά,  την  οποία  αργότερα  ο  Μωυσής  θα  παντρευτεί.

Αλλά  τα  βάσανα  του  βιβλικού  ήρωα,  υστερούν  ίσως  μπροστά  στα  βάσανα  των  ζωγράφων,  των  συγγραφέων,  και  των  ηρώων  τους,  όταν  αυτοί  ερωτεύονται  τυφλά  και  παράφορα.

Ο  Μποτιτσέλι,  λέει  ο  θρύλος,  ήταν  μαγεμένος , από  την  γυναίκα  που  την  θεωρούσαν   την  ωραιότερη  της  εποχής  της,  και  που  η  απαθανατισή της σε  πίνακες  την  εξύψωσε  σε  ωραιότερη  γυναίκα  της  Αναγέννησης. ‘Ηταν η   Ντόνα  Σιμονέττα  Βεσπούτσι,  αρχόντισσα  της  εποχής,  που  δάνεισε  τη  μορφή  της  σε  πολλά  πορτραίτα  γυναικών   φιλοτεχνημένα  από  τον  μάστορα  , και  μετά  το  θάνατό της  ακόμα, καθώς  πέθανε  23  ετών    από  φυματίωση.  Στο  φρέσκο  με  τις  περιπέτειες  του  Μωυσή  απεικονίζεται  μάλλον  σε  άλλη  σκηνή,  λίγο  μακρύτερα  από  τη  Σεφορά.  Η  Σιμονέττα είναι  μάλλον  το  πρότυπο  για  την  ‘Αφροδίτη’  του  και  πολλά  άλλα  έργα.

Image

Η  ‘Σεφορά’  του    από  την    άλλη  όμως,  στη  συνέχεια  θα  δοξαστεί      ως  απεικόνιση  ανά  τους  αιώνες.  Και  θα  συνεχίσει  να  είναι  κομμάτι  μιας  μεγάλης  αναπαράστασης ,  αφού  σταγόνες   από  την  ομορφιά  της  θα  σταλάξουν  και  στις  σελίδες  του  μακροσκελέστερου   αφηγήματος  του  εικοστού  αιώνα,  αναζητώντας  και  αυτή  κάτι  από  τον  χαμένο  χρόνο  ίσως.

Image

Η πρώτη  έκδοση  του  βιβλίου, από  τις  εκδόσεις  Γκαλιμάρ.

Στο  βιβλίο  ‘Μια  αγάπη  του  Σουάν’,   δεύτερο  κομμάτι  της  τριλογίας  » Du  cote  de chez Swann», ( 1913 )   και  μέρος  του  επτάτομου  ‘Σε  αναζήτηση  του χαμένου  χρόνου’   (  1909-1922), που  έγραφε  επί  δεκατρία   χρόνια,  ο  Προυστ  εξιστορεί  τη  ζωή  του  πλούσιου  δανδή  της  μπελ  επόκ  Σαρλ  Σουάν,  και  του  παράφορου   μα  τελικά  εσφαλμένουν  έρωτά  του  για  την   ελαφρών  ηθών  και  άπιστη   Οντέτ  ντε  Κρεσύ.  ‘Ενας  έρωτας  από  την  πλευρά  του   γεμάτος  αγωνία,  διεκδίκηση,  ζήλεια,  και  κυρίως,  ανωριμότητα,  καθώς ο Σαρλ ήταν  ακόμα  στην νεότητά  του.

 Το  πρώτο  βράδυ  της  γνωριμίας  του  με  την  Οντέτ,  στην  αρχή , αυτός  δεν  θα  εντυπωσιαστεί,  αλλά  λίγο  αργότερα,  και  στη   σελίδα    57    της  αρχικής  έκδοσης  του  μυθιστορήματος,  θα  σκεφτεί  για  εκείνη  «πόσο  εντυπωσιακά  έμοιαζε  με  την  Σεφορά  του  Ιωθώρ  στην  τοιχογραφία  του  Μποτιτσέλι»…..Θα    την  παντρευτεί  τελικά,  θα  κάνουν  παιδί,  ώσπου  χρόνια  μετά  θα  αναθεωρήσει  για  την  επιλογή  του,  καταλήγοντας  πως  η  ανοησία  της  νιότης   τον  έκανε  να  πιστεύει  για  μεγαλύτερή  του  αγάπη  μια  γυναίκα  που  δεν  την  ήθελε  πραγματικά  και  που  δεν  ήταν  του  είδους  του  :  «j’ai eu mon plus grand amour, pour une femme qui ne me plaisait pas, qui n’était pas mon genre ! »

Δεν  μπορούσε  να  αποφύγει   φυσικά  το  σφάλμα . Οι  ήρωες   των συγγραφικών  επών, σε  αναζήτηση  του  χαμένου  πόθου  επίσης,   μόνιμα  ηττημένοι,  όπως  και  οι  ίδιοι  οι  αναγνώστες,  από  τη  θνητότητά  τους.

 Ανυπεράσπιστοι   άπαντες ,  απέναντι  στον    τραχύτατο  χρόνο,  που  την  επιείκειά του  και  προτίμησή  του  ,  κυρίως  στις    μη  θνητές μορφές  των  αριστουργημάτων , αδιαπραγμάτευτα     δείχνει.

‘Ερευνα  και  κείμενο  :  Ειρήνη  Βεργοπούλου.

Image

Μαρσελ  Προυστ  (  1871-1922), εδώ σε πίνακα του Jacques-Emile Blanche.

Πολύτιμο το καπέλο, πολύτιμο και το κεφάλι.

Μέσα  στην ζεστή περιδίνηση  του Αυγούστου,  με πολύ περισσότερο ελεύθερο χρόνο στα χέρια , και διάθεση ανακάλυψης,  πλοηγήθακα αρκετά σε ιστοσελίδες, περνώντας από σύνδεσμο σε σύνδεσμο,  εξορρύσοντας  ατελείωτες   εικόνες από έργα τέχνης, από όλες τις εποχές και τα είδη.

Απόλαυση  οι   πάμπολλοι  πίνακες  , που ο καθένας τους , αντιστοιχούσε σε κομμάτια Ιστορίας, σε χρονικές συγκυρίες, σε σπουδαίες ή σε ήσσονες  ζωές , μέσα και  έξω από τους καμβάδες.

 ‘Οπως γίνεται με τα  μεγάλα έργα πάντα, αυτά τα  αριστουργηματικά  κάδρα  ήταν   όλα μαζί :  ήταν φωτογραφίες πριν τη φωτογραφία, ήταν νοητοί πάπυροι , προφορική παράδοση, αρχεία και μύθοι , ανοιχτά  ή μισάνοιχτα  σεντούκια  μυστικών, παράθυρα στην αιωνιότητα,   αλλά  και ταφικά μνημεία  συνάμα.

‘ Ισως και  ομορφοφτιαγμένα φύλλα  μιάς αχανούς  τράπουλας, που αφηγείται  σκερτσόζικα , ειρωνικά , και μακάβρια, αλλά εκ των υστέρων, την Ιστορία.

‘Ετσι, στις περιηγήσεις μου , έπεσα πάνω σε αυτήν την αυτοπροσωπογραφία :

Image

Αυτή,   είναι λοιπόν η 

Louise Élisabeth Vigée Le Brun,  1755 –  1842,   η βασική πορτραιτίστα της αυτοκράτειρας Μαρίας Αντουανέττας, και από τις πιο διάσημες στην εποχή της  – αλλά και  από τις σπουδαιότερες-  πορτραιτίστες των δύο εκείνων αιώνων  στη διάρκεια των οποίων   έδρασε στην εκτενή σταδιοδρομία της, του 18ου και του 19ου δηλαδή.

Αυτό το αυτοπορτραίτο με συνάρπασε,  και έψαξα για να την ανακαλύψω πιο πολύ.  Αν και  είχε ήδη  πετύχει την αιωνιότητα ως υπογραφή,  απαθανατίζοντας τους αυτοκράτορες , τους ευγενείς, και τους διάσημους της εποχής της,  με το έργο της αυτό, μάλλον πέτυχε και την  διαιώνιση τής   εικόνας της δικής της  μορφής :  απαλά απαλά,  που λέει μιά πολύ καλή μου φίλη, και πονηρά πονηρά.

 Η γυναίκα αυτή ζει, άρα,  ακόμα. Ζει, όπως ζουν με τον ίδιο τρόπο και οι ευγενείς του Θεοτοκόπουλου ,στο Τολέδο του 16ου αιώνα,  έτσι που    ζωηρότατα μας κοιτούν από τις προσωπογραφίες που τους έφτιαξε, και όπως  παρόμοια  ζουν  και οι   πολίτες της   πολυφυλετικής ελληνιστικής Αιγύπτου  ,που   απίθωσαν  τις μορφές τους ,για πάντα νέες ,στα Φαγιούμ .  

 

Η Λουίζ   ζει, μέσα από το  λαμπερό και πανέξυπνο, γεμάτο πάθος για δημιουργία βλέμμα,  μέσα από την απόχρωση του αίματος που κοκκίνησε τα μάγουλά της,    και μέσα από το τολμηρό , αυθάδες μάλλον χαμόγελό της    – το οποίο προκάλεσε  μάλιστα  και μικρό σκάνδαλο τότε , επειδή,  mon Dieu, φαίνονται και τα δόντια ,και είναι μισάνοιχτο το στόμα, σε αντίθεση με τις νόρμες του κλασικισμού της εποχής  .  

Χαμογελάει ίσως επειδή  ‘ξέρει’ , ότι αν και γεννήθηκε γυναίκα ταλαντούχα σε λάθος καιρούς, οπότε  χιλιάδες άλλες ικανές γυναίκες έζησαν μέσα στην αφάνεια και την εξαθλίωση λόγω του φύλου τους, ή, και να υπήρξαν σπουδαίες, παραγκωνίστηκαν στις υποσημειώσεις της Τέχνης,  αυτή  εν τούτοις  προχώρησε, σπούδασε, αναγνωρίστηκε,  εκφράστηκε, μακροημέρευσε.

Ο  θρίαμβος της Λουίζ   βέβαια, δεν ήταν μόνο η  επιβίωσή της  μέσα στην Τέχνη,  μέσα  από  τα πλέον 660   πορτραίτα   και άλλα σκίτσα που  δημιούργησε στη ζωή της,  ή και μετά από αυτό το δικό της, του 1782.

Ο θρίαμβός της ήταν ότι επιβίωσε η ίδια, ότι κράτησε  εκτός από τα λογικά της, και το κεφάλι της, στην θυελλώδη εκείνη  εποχή, τη στιγμή που, μόνο και μόνο που δούλευε για την  σε-λάθος-τόπο-και-λάθος-στιγμή-αυτοκράτειρα   Μαρία Αντουανέττα,  τούτο θα ήταν αρκετό για να  την σύρουν στη γκιγιοτίνα, αυτήν και την παλέττα της μαζί.

 Στο κουρμπέτι από τα δεκαπέντε της, και συντηρώντας μόνη αυτή τον πατριό της και τη μητέρα της,  κάτι σαν παιδί-θαύμα, δούλευε ασταμάτητα και επαγγελματικά για μιά μεγάλη σε αριθμό πελατεία που τρελαινόταν για την τεχνοτροπία της.

Πολλοί ευγενείς κύριοι που στεκόντουσαν ώρες ακίνητοι για να τους φτιάξει το πορτραίτο η Λουίζ, είχαν ερωτικές βλέψεις για την πιτσιρίκα, αλλά αυτή είχε την νοστιμάδα να απαιτεί να ποζάρουν πάντα προφίλ, και , όταν αυτοί στρέφονταν ξαφνικά για να την κοιτάξουν και να την φλερτάρουν, εκείνη έβαζε τα κλάματα, λέγοντας  »  ωωω…..μα τώρα μόλις  ζωγράφιζα τα μάτια σας!»   ‘Εγινε δεκτή στην Ακαδημία Τεχνών, απίθανο σχεδόν  τότε για θηλυκό καλλιτέχνη, βοηθούσης όμως  και της ιδιότητας του συζύγου της, κυρίου Λε Μπρεν, που ήταν     ‘ Στα μέσα και στα έξω’  του χώρου.

‘Οσο   αυτή βίωνε στα επόμενα χρόνια , λόγω της επιτυχίας της,  την ‘ανέμελη’ , γεμάτη αισθησιασμό και κοινωνικότητα ζωή της αριστοκρατικής προ-επαναστατικής  τάξης, με δεξιώσεις, συναναστροφές, φιλίες μέσα στο παλάτι, και αφοσίωση στην  τέχνη της και στην κόρη της, έξω η Γαλλία έβραζε, πείναγε, έχανε σε πολέμους. Μέσα στις Βερσαλίες και στους πύργους, οι εργοδότες της απολαμβάναν    ακόμα τις Επικίνδυνες Σχέσεις τους.  

Αυτή  ωστόσο  ήταν από τους εκλεκτούς της μοίρας,  από αυτό  το   σινάφι , καθώς  αργότερα   δ ε ν  καρατομήθηκε…

 

 

 ‘Ενας συνδυασμός καλής τύχης,  γνωριμιών, μα κυρίως , ταλέντου  επιβίωσης και ελιγμών, της έδωσε τη δυνατότητα να ξεφύγει από την επαναστατική Γαλλία αμέσως  μετά το 1789.

  ‘Εχοντας    δουλέψει επί χρόνια, και σκυλίσια, ζωγραφίζοντας όλους τους ευγενείς του Παρισιού  πριν  εν τέλει την έχει μόνιμα  για να της φτιάχνει τα  πορτραίτα η Αντουανέττα  – κατάφερε  έγκαιρα,  για να σώσει το ντελικάτο    ‘τομάρι’     της , να  περιηγηθεί  στην Ευρώπη ως εμιγκρέ, σε Ιταλία, Αυστρία, και Ρωσία, στη δούλεψη των ντόπιων  αριστοκρατών και εξόριστων Γάλλων, που θαύμαζαν απεριόριστα  το ταλέντο της.

Image

Μαρία Αντουανέτα

(  όλα έργα της Λουίζ )

Η  βιογραφία της είναι μεγάλη και πολύπλοκη,  με προσωπικές δσκολίες και απογοητεύσεις, περιπλανήσιες, θανάτους στην οικογένειά της, και καταφυγή στη ζωγραφική πάντα….

Αλλά  είχε τη συνδρομή και  ευκαιριών,  και της δικής της θέλησης και δύναμης . Επιστρέφοντας κάποια στιγμή στο Παρίσι του Ναπολέοντα,  συνέχισε να ζωγραφίζει, περιζήτητη   ως τα γεράματά της.

Στις δεκαετίες της περιπλάνησής της,   είχε ζωγραφίσει  και συναναστραφεί από  τον Μπάυρον ως την Μεγάλη Αικατερίνη, στης οποίας την αυλή επίσης για κάποια χρόνια  δούλεψε     -από εκεί έχει μείνει στα χρονικά της τέχνης το χαριτωμένο περιστατικό, όπου η Λουίζ  ζωγράφισε τις εγγονές της Αικατερίνης πρώτα ξεμανίκωτες, και αφού σοκαρίστηκε η γιαγιά, μετά ζωγράφισε   πάνω στον πίνακα ,  τα  μανίκια……

‘Ενας, ακόμα, από τους πολλούς ελιγμούς της πορείας της….

 

Image

Οι εγγονές της Μ.Αικατερίνης.

Παρά και τις αρκετές προσωπικές και οικογενειακές πίκρες που αντιμετώπισε, μακροημέρευσε, κάποια στιγμή ηρέμησε στην εξοχή, και πέθανε  87 ετών, δραστήρια ως τα γεράματα.  Πρόλαβε να αφήσει παράλληλα σε γραπτό λόγο τα απομνημονεύματά της, με τις αναμνήσεις της από τη ζωή της στο παλάτι, με περιγραφές χαρακτήρων , όπως τα ένιωθε και τα έβλεπε  φυσικά πάντα.

Τα έργα της είναι από τα κορυφαία, σε μιά εποχή  μακροσκελή και ηρωική, όπου άκμασε απεριόριστα η απεικόνιση φυσιογνωμιών, πριν την έλευση της φωτογραφίας.

Θάφτηκε στο νεκροταφείο της περιοχής  Louveciennes, όπου είχε το εξοχικό της, λίγο   έξω από το Παρίσι.

Image

Μία κυρία της εποχής, αρχές  19ου αιώνα.

 Τα εγκυκλοπαιδικά στοιχεία και τις πληροφορίες τα έχω βρει εδώ :

http://en.wikipedia.org/wiki/Louise_%C3%89lisabeth_Vig%C3%A9e_Le_Brun

http://www.arthistoryarchive.com/arthistory/rococo/Elisabeth-Vigee-Lebrun.html

Ο Νταλί, ο ρινόκερος, και το θαυμαστό μας ‘τώρα’.

Μία από τις απολαυστικότερες στιγμές στην ταινία «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» του Γούντυ ‘Αλλεν, που αρέσει πολύ εδώ και σε μας αυτήν την κινηματογραφική σαιζόν, είναι η στιγμή που σε ένα ρεστωράντ, ο ήρωας δέχεται πρόσκληση από τον Σαλβαντόρ Νταλί να καθήσει στο τραπέζι μαζί του. Ο νεαρός αμερικανός πρωταγωνιστής, έχει ήδη βιώσει κάτι απίθανα ταξίδια στο παρελθόν, στο Παρίσι πριν τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, και έχει ήδη συναντήσει κορυφαίες φυσιογνωμίες των καιρών εκείνων : συγγραφείς μυθικούς, ζωγράφους, μουσικούς και λοιπά. Τώρα είναι η στιγμή να γνωρίσει και τον Νταλί, και μάλιστα, με την ευεργετική παρουσία παράλληλα των Μαν Ρέη και Μπονουέλ, που ωσάν υπερρεαλιστικά εξαπτέρυγα, προστατεύουν την ασύλληπτη συζήτηση που ακολουθεί ,σχολιάζοντας, περί Χρόνου ο μεν, κοιτώντας θαυμαστά και κινηματογραφικά ο δε.
Ο οσκαρούχος ‘Εντριεν Μπρόντυ ‘κεντάει’ για μερικά λεπτά στην οθόνη, ως αλλοπαρμένος, μεγαλοφυής, αλλόκοτος Νταλί, ο οποίος στα πάντα βλέπει, τελικά, έναν ρινόκερο. Κάθε του φράση, κάθε παρατήρηση στα τεκταινόμενα γύρω του, καταλήγει, ότι βλέπει, ξεκάθαρα, έναν ρινόκερο.


Η φωτό του Φίλιπ Χώλσμαν

Την διασκέδασα τα μάλα αυτή τη σκηνή , και κεντρίστηκα να αναζητήσω περισσότερες λεπτομέρειες στο διαδίκτυο, αναφορικά με τη σχέση Νταλί και συμβολισμού του πλάσματος αυτού. Η πλοήγηση με έφερε επιτυχώς στην καταπληκτική μαυράσπρη φωτογραφία του , από το 1952.

Ο σουρρεαλιστής δημιουγός είχε , μεταξύ άλλων εμπνευστεί και από μιά πολύ γνωστή ξυλογραφία του ‘Αλμπρεχτ Ντύρερ, του 1515 . Ο Ντύρερ είχε σχεδιάσει και αποτυπώσει με δικό του, φαντασιακό αρκετά, τρόπο, αρκούμενος μόνο σε αφηγήσεις κάποιων που το είχαν δει, το σώμα του εξωτικού για τους Ευρωπαίους του καιρού εκείνου ζώου, μετά από μια ‘επίσκεψη’ ενός δυστυχούς ρινόκερου που τον είχαν φέρει για λίγο στην Λισσαβώνα. :


Ο ρινόκερος του Ντύρερ.

Ο Νταλί έφτιαξε ένα γλυπτό το 1956 και το ονόμασε ‘Ρινόκερος ντυμένος σε δαντέλα’. Πέρασε μια φάση καλλιτεχνικής εμμονής με το πλάσμα αυτό, φτιάχνοντας πίνακες και γλυπτά που σαν κεντρική ιδέα είχαν το κέρατο του ρινόκερου, στο οποίο έβλεπε την τέλεια γεωμετρία και την αγνότητα, ως προέκταση του μυθικού Μονόκερου κλπ.

Το συμπαθές παχύδερμο ερέθιζε επαρκώς βέβαια τη σκέψη των σουρρεαλιστών, ίσως διότι λόγω όγκου και σχήματος μπορεί να παραπέμψει σε ποικίλους συμβολισμούς. Λίγα χρόνια μετά, ο Ευγένιος Ιονέσκο συγγράφει τον θεατρικό του ‘Ρινόκερο’, με υπαινικτικές αναφορές για την άνοδο των ολοκληρωτικών ιδεολογιών πριν τον μεγάλο πόλεμο.

στιγμή από παράσταση του ‘Ρινόκερου’ στην Τεχεράνη το 2009.

Την καταπληκτική μαυρόασπρη φωτό του 1952 την τράβηξε ο Φίλιπ Χώλσμαν. Ο Χώλσμαν (1906-1979), ήταν από τους κορυφαίους φωτογράφους του 20ού αιώνα, και απαθανάτισε με τον φακό του όλες σχεδόν τις προσωπικότητες της εποχής του, από τον ‘Αινστάιν ως την Μαίριλυν, τους Κέννεντυ και όλους τους μυθικούς σταρ του σινεμά, σε πορτραίτα που πέρασαν στην ιστορία ως τα πιο γνωστά και χαρακτηριστικά τους. Είχε ξεκινήσει μια συνεργασία με τον Νταλί το 1941, που κράτησε πολλά χρόνια και απέδωσε περίφημες απεικονίσεις της προσωπικότητας και των έργων του ιδιοφυούς υπερρεαλιστή, όπως π.χ την έκδοση ενός λευκώματος με 36 διαφορετικές λήψεις του μουστακιού του.


Ο Φίλιπ Χώλσμαν σε αυτοπορτραίτο.

Η ‘αλλόκοτη’ αλλά και χαριτωμένη εμμονή του σινεματικού, γουντυαλλενικού Νταλί, με έκανε να χαμογελάσω από μέσα μου όταν σκέφτηκα, πόσο θαυμασμό θα είχε ο Νταλί ( της ταινίας τουλάχιστον)
με τα τωρινά μας ζητήματα, στην Ευρωζώνη γενικότερα και στην Ελλάδα ειδικότερα. Δεν ξέρω αν θα έβλεπε αγνότητα και τελειότητα ( χλωμό)
πάντως, αν τον εντυπωσίαζε η φυσιογνωμία του ξανθόψειρα ήρωα και τον παρέπεμπε σε έναν ρινόκερο, πόσο πιο πολύ λοιπόν θα έμενε εντυπωσιασμένος από τα θαυμαστά, αν και όχι τόσο ευχάριστα ,
της οικονομικής κρίσης της Δύσης του 2011. Πόσες πολλές φορές θα αναφωνούσε με ενθουσιασμό άραγε : «Βλέπω έναν ρινόκερο!!», και θα αγαλλίαζαν και τα μουστάκια του……

Υπήρχε λόγος σοβαρός που ήταν ο βασιλιάς χλιαρός….

Απολαμβάνοντας χωρίς ενοχές μια ταινία σαν μυρωδικό τσάι, με άρωμα ιστορικό

«Πώς τολμάς να αποκαλείς τους γιατρούς μου ηλίθιους;;….Τους έχω χρήσει Ιππότες!!»
«Αυτό απλά επισημοποιεί την κατάστασή τους»

Αυτή είναι μια από τις πολλές βιτριολικές και ευφυέστατες στιχομυθίες, σε ελεύθερη δική μου μετάφραση, μεταξύ του Δούκα της Υόρκης, που έμελλε να γίνει ο Βασιλιάς Γεώργιος ο ‘Εκτος της Μεγάλης Βρετανίας, και του καινούργιου λογοθεραπευτή του Λάιονελ Λογκ, στην ταινία » Ο Λόγος του Βασιλιά».
Βγήκα από την αίθουσα με κάποιο είδος ενοχής : πώς είχα συγκινηθεί τόσο με μια ταινία που μοιάζει εξόφθαλμα φιλομοναρχική ως προς τη βασιλική οικογένεια της Αγγλίας, τη στιγμή που δεν είμαι και ιδιαίτερα φαν του θεσμού της μοναρχίας, όπου και αν υφίσταται;

Φυσικά γρήγορα έδωσα την απάντηση στον εαυτό μου : Είναι ένα έργο κομψοτέχνημα,σαν ένας πίνακας ζωγραφικής των τελών του 19ου αιώνα, με μουντά χρώματα και εκφραστικά πρόσωπα, αλλά που κυριαρχεί εκεί μέσα ο Λόγος, με την απουσία του και την παρουσία του, με τη δυσκολία της εκφοράς του αλλά και με τη συμβολική δύναμή του.
‘Ενα σενάριο πανέξυπνο, που κάθε δεύτερη γραμμή είναι και μια παμπόνηρη και υπαινικτική ατάκα. Και επίσης, αναφορά στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, στην έναρξη του Β’ παγκόσμιου πόλεμου, όπου εμείς οι μεταγενέστεροι πολύ λογ-ικά θα συγκινηθούμε, αφού ξέρουμε τί τραγωδία επακολούθησε , και με ανακούφιση ξέρουμε ότι εδώ τουλάχιστον, είμαστε με τους ‘καλούς’

Το ότι ο Βασιλιάς Γεώργιος ο ‘Εκτος ήταν υπερβολικά βραδύγλωσσος και υπέφερε από αυτό, δεν το ήξερα. Αυτό που ξέρουμε γενικά, είναι ότι ανέβηκε στο θρόνο επειδή ο αδελφός του, που είχε γίνει για λίγο βασιλιάς, ως Εδουάρδος ο ‘Ογδοος, παραιτήθηκε το 1936, γιατί δεν μπορούσε να αποχωριστεί ( αν πιστέψουμε την επίσημη εκδοχή) την αγαπημένη του , την μάλλον ασχημούλα αλλά καταφερτζού, αμερικανίδα κοσμική Γουώλις Σίμπσον .Δεν περάσαν βέβαια και άσχημα στο υπόλοιπο της ζωής τους : ζούσαν στη χλιδή σαν κοσμικοί μέχρι τα γεράματά τους. Η Γουώλις, συνήθιζε να λέει, «δεν γίνεται να είσαι υπερβολικά πλούσιος ή υπερβολικά αδύνατη», αλλά αυτή ήταν και τα δύο.
Τέλος πάντων, από αυτό το καπρίτσιο της μοίρας, ο πρώην ‘Μπέρτι’ ανεβαίνει στο θρόνο μετά την παραίτηση του Εδουάρδου, για αυτό και η Ελισσάβετ η Β’, η κόρη του, είναι εδώ και 50+ χρόνια βασίλισσα και ο Κάρολος ( αιώνιος) διάδοχος, αλλιώς θα ήταν απλά πρίγκηπες.



Στην ταινία, που τη σκηνοθέτησε ένας νέος άνθρωπος, ο Τομ Χούπερ,38 ετών, και το σενάριο το έγραψε ο 73χρονος Ντέηβιντ Σήντλερ, ο μετέπειρα Βασιλιάς θα καταφύγει, απελπισμένος από την ανικανότητα των άλλων γιατρών να θεραπεύσουν τον τραυλισμό του,που του δημιουργούσε μεγάλο πρόβλημα στις δημόσιες εμφανίσεις, σε έναν εκκεντρικό λογοθεραπευτή, τον Αυστραλό Λάιονελ Λογκ,και θα αφεθεί στα χέρια του τελικά, πιο πολύ και σαν ψυχοθεραπεία.

Ο Κόλιν Φερθ, ‘απωθημένη αγάπη’ της ‘Μπρίτζετ Τζόουνς’, και περσινός σπουδαίος ‘Σινγκλ Μαν’ ,ανεβάζει και τοποθετεί πλέον τον εαυτό του στο σκαλοπάτι με τους σπουδαιότερους κινηματογραφικούς ηθοποιούς των ημερών μας, ερμηνεύοντας με πιστότητα, λεπτομέρεια, και μεγάλη εσωτερικότητα τη φιγούρα του μονάρχη. Είδα επίκαιρα της εποχής εκείνης στο Διαδίκτυο, και έμεινα…άφωνη παρατηρώντας πόσο κατάφερε ο Φερθ να αποδώσει τη δυσκολία στην άρθρωση, πώς μιμήθηκε τις αναπνοές και την κίνηση των ματιών, που είχε όντως ο Γεώργιος.
(Η μοίρα του Γεώργιου του ‘Εκτου ήταν να πρέπει να είναι στο τιμόνι της αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του Β’ παγκόσμιου πόλεμου, οπότε και συνέχισε να εμψυχώνει το λαό με της ομιλίες του. Επίσης στη διάρκεια της βασιλείας του διαλύθηκε η αυτοκρατορία και έγινε Κοινοπολιτεία. Το βάρος των ευθυνών κατέστρεψε την υγεία του και πέθανε νέος, το 1952).


Παρέα στον Φερθ, ο φοβερός και τρομερός Τζέφρυ Ράς, ο λατρεμένος μας ημι-σχιζοφρενής πιανίστας του «Σολίστα», ο συγκλονιστικός Μαρκήσιος ντε Σαντ του «Κουίλς», ο Μπαρμπόσα των Πειρατών της Καραιβικής. ‘Ηρθε πάλι η ώρα του να ξαναχτυπήσει, να μας ξαναεντυπωσιάσει, ως Λάιονελ Λογκ, που με ανορθόδοξες μεθόδους θα τον καταφέρει να αποδίδει κάπως φυσιολογικά το λόγο του, στην νέα εποχή των ΜΜΕ, όταν με το ραδιόφωνο, ο Βασιλιάς έπρεπε να ακούγεται σε όλη την αυτοκρατορία. Αναμέτρηση ερμηνευτική τεράστια, οι δυό τους, μέσα στο Αββαείο του Ουέστμίνστερ, πριν την ενθρόνιση. Βαθιά ανθρώπινος ο Ρας, με εκείνα τα γερτά βλέφαρα που καλύπτουν άπειρες αποχρώσεις συναισθημάτων πάνω στα μπλε μάτια, με έφερε σχεδόν στα δάκρυα καθώς σαν μαέστρος καθοδηγούσε τον μονάρχη στο πώς θα έβγαζε τον κρίσιμο λόγο του στους υπήκοους της αυτοκρατορίας, με την κήρυξη του πολέμου.

Συμπαραστάτριά τους, η χαμαιλέων Χέλενα Μπόναμ Κάρτερ, ένα μπιμπελό από ατσάλι, στο ρόλο της συζύγου του βασιλιά, που ρυθμίζει τα πάντα στον οίκο της με λεπτό σνομπισμό και καλυμμένη αποφασιστικότητα, η μετέπειτα Ελισσάβετ επίσης, σύζυγος του βασιλιά, και που ξέρουμε ότι έζησε ως τα 101 χρόνια της, δημοφιλής ως Queen Mum, εκείνη η μινιόν γριούλα με τα γραφικά καπέλα, που βλέπαμε παρούσα σε όλες τις παλατιανές εκδηλώσεις.

Υπάρχει όμως και ενας άλλος , πολύ σημαντικός, μέρος και αυτός του ανσάμπλ εξαίρετων Βρετανών ηθοποιών που σαν κορώνες στολίζουν το στέμμα αυτής της ταινίας. Είναι ο Ντέρεκ Τζάκομπι, ο μεγάλος θεατρικός ηθοποιός, που υποψιάζομαι, ότι δεν είναι τυχαίο που τον επέλεξαν να παίξει σε αυτήν ταινία, στο ρόλο του Αρχιεπίσκοπου του Καρτέμπιουρι, αυτός, που είχε τόσο διακριθεί στα 70ς παίζοντας τον τραυλό αυτοκράτορα Κλαύδιο στη σειρά του BBC.

Προφανώς πάνε να σαρώσουν στα ‘Οσκαρ, χωρίς να σημαίνει κάτι τρομερό αυτό. ‘Ομως, όπως έλεγα σε έναν φίλο μου, δεν είναι ανάγκη να αγαπάμε τις ταινίες μόνο ,που είναι πάρα πολύ μπροστά, που κάνουν τομές στο σινεμά, που θα τις βλέπουν και σε εκατό χρόνια και θα τις προσκυνούν. Μπορούμε να αγαπάμε και κάποια κεντήματα, όπως αυτήν, που δεν είναι μεγαλοφυείς, αλλά όμως είναι ευφυείς και όμορφες, σαν μια ήρεμη βόλτα που σε συγκινεί, χωρίς να είναι η συγκλονιστική περιπέτεια. ‘Ισως γιατί και αυτά τα ‘ταπεινά’ κομψοτεχνήματα μας έχουν λείψει.

Οι εικόνες, από πάνω προς τα κάτω:
1. Η αφίσσα της ταινίας
2. Γεώργιος ο ‘Εκτος και η σύζυγός του Ελισσάβετ.
3. Ο Εδουάρδος και η Γουώλις.
4. Ο Φερθ στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας.
5. Ο Λάιονελ Λογκ.
6. Ο Τζέφρυ Ρας.
7. Ο Ντέρεκ Τζάκομπι ως Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπιουρι.

Το σαρκίο πίσω από τους αριθμούς….

Εχθές το μεσημέρι, κατά τις τρεις, στο τρόλλευ νο 12, που έρχεται από το Περιστέρι και φτάνει στο Σύνταγμα.


Δύο νεαροί μετανάστες, ανεβαίνουν στο ύψος της Ομόνοιας. Από τις φυσιογνωμίες τους και από την εμπειρία μου σαν κάτοικος του πολυπολιτισμικού κέντρου, υπολογίζω ότι η καταγωγή τους πρέπει να είναι Μπαγκλα Ντες ή Σρι Λάνκα. Δε φαίνονται ταλαιπωρημένοι, αλλά σχετικά καλοβαλμένοι και περιποιημένοι. Ωστόσο, έχουν μια νευρικότητα και μια αγωνία στην έκφραση των ματιών. ‘Οταν μια ευγενική ηλικιωμένη κυρία κάνει χώρο για αυτούς για να περάσουν πιο μέσα, με τα γλυκά λόγια «πέρνα αγόρι μου», κοιτάνε όχι απλά έκπληκτοι, αλλά εμβρόντητοι…

Κάθονται ακριβώς μπροστά μου. Ο δεξιός, βγάζει μια φωτογραφία από το μπουφάν, και αυτή η φωτογραφία είναι τώρα ο πρωταγωνιστής.

Την κοιτάει αρκετή ώρα. ‘Εχει για αρκετά λεπτά απορροφηθεί σε αυτήν, με χωμένο το βλέμμα μέσα της. Μπορώ να διακρίνω καθαρά : είναι ο ίδιος, που ποζάρει σε κάποιο χώρο γεμάτο πρασινάδα, σε ένα γεφύρι ίσως. Απλή γεωγραφία μου φέρνει στο μυαλό τις πυκνές από βλάστηση περιοχές εκείνων των τόπων. Στη φωτό διακρίνω τεράστια φύλλα δέντρων και τον νεαρό να κοιτάει σοβαρά το φακό. Τώρα, μέσα στο αθηναικό τρόλλευ, η ματιά του έχει επί μακρόν χαθεί στη ζούγκλα εκείνη.

Και σκέφτομαι, κάποιος συγγενής του θα του την έστειλε τη φωτό, από εκεί μακριά. Κάποια οικογένεια, θα τον πεθυμεί. Κάποιοι φίλοι θα τον σκέφτονται, ίσως και κάποια κοπέλα.

Και αυτός, νοσταλγεί το «είναι» του που έχει μείνει εκεί, στα πάτρια εδάφη, ενώ το σώμα του, αυτού και του φίλου του, ταξιδεύουν σε ένα αργό τρόλλευ, στη ασχήμια της ελληνικής πρωτεύουσας εδώ, ταξιδεύουν σαν δύο ανώνυμες φιγούρες, σαν δύο στατιστικοί αριθμοί, σαν δύο σαρκία άλλου χρώματος , χαμένα στο τεράστιο πλήθος……

Το όχημα φτάνει στο Σύνταγμα, ο νεαρός σαν να συνέρχεται από το όνειρο στο οποίο για λίγο κρύφτηκε, και μελαγχολικά βάζει τη φωτό πάλι στην τσέπη του και σηκώνεται με τον φίλο του για να κατέβουν.

"Μπεμπέκου" και Περσείδες του χρόνου πάλι…

Ακουμπάω το γερμά στη μουσούδα μου για να μυρίσω τη φλούδα του.

Ξέρω ότι τα καλοκαιρινά φρούτα θα χαθούν σύντομα από τους πάγκους.

» Μόνο ενάμισι ευρώ, έλα», λέει επαναλαμβανόμενα  και μηχανικά συνάμα ο νεαρός πίσω από τον πάγκο της λαϊκής.

Ενάμισι ευρώ το κιλό οι γερμάδες, τα   «μέλια»,  δεν είναι πολύ, αλλά εγώ θέλω μόνο λίγες  ποσότητες,   κάτι   από όλα τα φρούτα, για να τα τρώω σιγά σιγά μες στη βδομάδα.   Προχωράει  ο μήνας,  άρα  δεν έχω πολλές μέρες  πια  για να χορταίνω τη μυρωδιά του γερμά.     Αφού  τσακώσω  μερικούς,  καθυστερώ να τους βάλω στην σακουλίτσα ,  εκείνους τους πέντε έξη που διάλεξα,  επειδή τους ακουμπώ στα ρουθούνια μου  πρώτα  και τους οσμίζομαι,   εισπνέοντας  το άρωμά τους.

Η επιδερμίδα τους έχει χνούδι ,και με γαργαλάει και με θωπεύει ταυτόχρονα.  Συνειρμικά,  έρχεται  από  το  παρελθόν  και   θυμάμαι  και εκείνη  την  αγκαθωτή  πληροφορία,    και   θλίβομαι,  ότι τα «χνουδωτά» φρούτα  ήταν  που  μάζευαν πιο πολύ τα επικίνδυνα στοιχεία στο κορμί τους όταν έσκασε το  Τσέρνομπιλ , και άρα  τα  βερίκοκα και   τα ροδάκινα ήταν ιδιαιτέρως επικίνδυνα…….

Απλώνω το χέρι για να διαλέξω και λίγα βερίκοκα να βάλω σε άλλη σακούλα.
«Αυτά είναι και τα τελευταία» , μου λέει ο νεαρός μανάβης, και τον κοιτώ λίγο ξαφνιασμένη. » Ναι ε;» τον ρωτώ.
» Ναι.   Μπεμπέκου πάλι του χρόνου τον Ιούνη» μου απαντά, ίσως για να εντείνει την παρόρμησή μου να τα αγοράσω από τον πάγκο του.
Η παρατήρησή του με   ταρακούνησε  κάπως , αλλά και ενέτεινε την ειλημμένη μου απόφαση   να   ψαρέψω  και βερίκοκα από τον πάγκο του. Τελειώνει και αυτό το καλοκαίρι λοιπόν, και ας είναι στα πάνω του ακόμα,  στο  στερέωμα,  ο Αύγουστος.

‘Ενα καρότσι με ακουμπά, καθώς περνά, στον αστράγαλο με τη ρόδα του. ‘Εχει συνωστισμό στη λαική, και ας είναι μισοάδεια η Αθήνα. Το τράφικ με τα καροτσάκια θέλει ιδιαίτερη επιδεξιότητα για να το αντιπαρέλθεις. Γυρνάω και βλέπω την κυρία Ζωή, πανάρχαιη γειτόνισσα, που σέρνει με το ένα χέρι το στραβό καρότσι της με ένα τεράστιο καρπούζι μέσα, η άτιμη, ενώ με το άλλο χέρι στηρίζεται πάνω σε μαγκούρα για  να περπατά. Δύσκολα, κουτσαίνοντας, αλλά περπατά.
Τη θυμάμαι μεγάλη  από τότε που ήμουν νήπιο. Υπολογίζω ότι είναι πάνω από ενενήντα, αλλά ντρέπεται η ίδια να το παραδεχτεί, τις λίγες φορές που καλημεριζόμαστε   εάν  συναπαντηθούμε.   Πάντα  στις  λίγες  αυτές  συνομιλίες μου παραπονιέται ότι την πονάνε τα πόδια της.
Αυτή, και ο κυρ Κώστας, που είχε μπακάλικο   μέχρι  πριν 40 χρόνια, ένα  μπακάλικο  κάτι μικρά βαριδάκια  για  ζύγια και χύμα όσπρια, και που έχει έλθει

κ  α  ι   αυτός στη λαϊκή σήμερα, 103 ετών   κατά  την  εκτίμηση  των  γονιών  μου  ο  μπαγάσας   – και  τον  βλέπω  τώρα στους  μπροστινούς  πάγκους,  στα  ψάρια,  να  έχει  σταθεί  λίγο –   αυτή και αυτός λοιπόν, είμαι σίγουρη ότι θα είναι στη λαική τον Αύγουστο και του χρόνου.  Πιο  σίγουρη  είμαι  για  αυτούς,  παρά  για  τους  άλλους  εμάς,  κυρίως επειδή είναι   οι  κατεξοχήν πεισματάρηδες και  , έτσι,   επειδής βαστάνε τα ποδάρια τους.

Προχωράω σε άλλους πάγκους πιο κάτω. Το μαλλί μου κάτω από το καπελάκι έχει μουσκέψει από τους 39 βαθμούς και την υγρασία. Οι πάγκοι , γλυπτά  πλαστελίνης,  πολλών  χρωμάτων, από τα ζαρζαβατικά και τους καρπούς. Λιμπίζομαι κάτι ολοκαίνουργια πράσινα σύκα   σαν  σκουφάκια, και παίρνω ένα κουτάκι  και  από  αυτά. Η μανάβισσα , μια νέα γυναίκα ηλιοκαμένη με μακρύ ολόμαυρο μαλλί,  και  λερωμένα  με  χώμα  χέρια,   καταλαβαίνω  ότι  πικραίνεται , όπως και οι περισσότεροι συνάδελφοί της, που παίρνω λίγα.

 

Μέρες τώρα   εν  τω  μεταξύ,  διάβαζα για τον μετεωρίτη Σουίφτ – Τατλ και τα σωματίδια σκόνης του που περνάν αυτό το διάστημα πάλι από την ατμόσφαιρα της Γης, όπως γίνεται εδώ και πολλούς αιώνες. Οι συνθήκες είναι ιδανικές για να δει κανείς τα πεφταστέρια φέτος. Το φεγγάρι νήπιο άρα αμυδρό, και η βροχή μετεωριτών πιο πυκνή από ό, τι εδώ και χρόνια. Ευλογημένοι όσοι τα περιμένουν ,και παρακολουθήσουν το στερέωμα το βράδυ στην καρδιά του μήνα, και τα δουν τα ‘Δάκρυα του Αγίου Λαυρεντίου’,  όπως  τα  λένε  οι  καθολικοί,  από σημείο με καθαρό ουρανό.
Του  χρόνου,  του  χρόνου  πάλι,  όπως  λέμε  για  τα  πάντα  σχεδόν.  Σε  πτώση γενική,    σαν  κατάφαση  και  αποδοχή,  ότι  ‘του’,  αυτουνού,  όλα  του  ανήκουν.

Τα παιδιά στο Μεταξουργείο θαυμάζουνε τις γάτες….

Στο Μεταξουργείο, οι οδοί έχουν ωραίες ονομασίες. Υπάρχει οδός Βίκτωρος Ουγκώ, οδός Ιάσωνος, οδός Σφακτηρίας, και οδός Οδυσσέως.
Ωραίες ονομασίες που έχουν μείνει ίδιες τόσες δεκαετίες.

Στην οδό Οδυσσέως, και δικαίως, κυκλοφορούν οι περιπλανώμενοι της υφηλίου που περάσαν πελάγη, βουνά, βάσανα, για να σταθμεύσουν σ’ αυτές τις γωνιές, μάλλον επειδή δεν έχουν μπορέσει ακόμα να διαφύγουν προς άλλους, «πολλά υποσχόμενους» τόπους.

Στην περιοχή λειτουργούν και στεγάζονται : ταξιδιωτικά γραφεία,τράπεζες, μεσαίου επιπέδου ξενοδοχεία που χτίστηκαν για τους Ολυμπιακούς του 2004 για λόου-μπάτζετ τουρισμό,και που συνήθως τώρα στεγάζουν καταμόναχους ηλικιωμένους ανθρώπους, οίκοι ανοχής, θέατρα ελληνικού «οφφ μπρόντγουεη» στυλ , το ‘Περοκέ» , γκουρμέ στέκια για όσους έρχονται από άλλες κατευθύνσεις της Αττικής με σκοπό να ανακαλύψουν τη ‘γραφικότητα’ της συνοικίας, οικογένειες αθίγγανων σε ερείπια, που η θέα τους ‘προσθέτει’ στο ρομαντισμό και τη ‘γραφικότητα’ της περιοχής, μια μουσική σκηνή ποιοτικού ήχου, το σωματείο των ταξιτζήδων,μικρομάγαζα και μικροβιοτεχνίες, και βέβαια , οι μόνιμοι υπόλοιποι κάτοικοι,νόμιμοι και παράνομοι μετανάστες και πρόσφυγες, παλαιές οικογένειες από γενιές Αθηναίοι, χρήστες ουσιών, μικροκακοποιοί κ.λ.π.

Περιδιαβαίνοντας μέρα καλοκαιρινή και μεσημέρι, η ζέστη και η βαριά ατμόσφαιρα του κέντρου σε καλύπτουν σανα παχιά βρώμικη κουβέρτα που θες εκνευρισμένος να αποτινάξεις με μια κίνηση από πάνω σου, αλλά δεν μπορείς. Η θερμοκρασία εντείνει τη μπόχα από ούρα και κόπρανα, ανθρώπων και ζώων, και μερικές φορές και τη μπόχα πτωμαίνης από ψόφια γατιά ή ποντίκια, που αναδύεται από παλιοκαιρισμένα υπόγεια και λησμονημένους κάδους σκουπιδιών. Γενναία αντιστέκονται τα δεντράκια που καταφέρνουν και φυτοζωούν με το λίγο νεράκι που βρίσκεται, από κάποια φιλεύσπλαχνη μάνικα.

Τα βήματά σου σε πηγαίνουν προς τη στάση του λεωφορείου επί της Λένορμαν. Πριν λίγο βγήκες από τη στάση μετρό Μεταξουργείο και εύχεσαι η ραστώνη του Αυγούστου και οι άδειες των οδηγών να μην κάνουν τα λεωφορεία να περνάνε με υπερβολική καθυστέρηση, γιατί ο ιδρώτας σου έχει ενοχλητικά πλέον μουσκέψει τα ρούχα σου και τη σκέψη σου..

Πίσω από ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο στην οδό Οδυσσέως, ακούς ξάφνου χαρούμενες φωνές.

» Κοίτα, κοίτα!!» , ακούς μια ενθουσιώδη παιδική φωνή, μάλλον αγορίστικη.
Είχες μαντέψει σωστά. ‘Ενα αγοράκι, περίπου έξη ή επτά χρόνων, προβάλλει μπρος στο καπώ του αμαξιού. Είναι ξανθό και στρογγυλοπρόσωπο, και φοράει σορτσάκι με τιράντες, που παραπέμπει σε εικόνες από άλλες εποχές. Το ακολουθεί ένα κοριτσάκι, στρογγυλοπρόσωπο και αυτό, αλλά καστανό στα μαλλιά. Οπωσδήποτε η αδελφή του. ‘Εχουν και τα δυο γουρλώσει όλο χαρά και περιέργεια τα μάτια τους και παρακολουθούν έναν μεγαλόσωμο γάτο, που πηγαίνει ήρεμος τη βόλτα του στο πεζοδρόμιο.

«Γάτα….γατούλιι….»…..φωνάζει το αγοράκι, με μια προφορά που παραπέμπει σε παιδί που άλλη γλώσσα ακούει μέσα στο σπίτι, ενώ από εκεί έξω έχει μάθει τα ελληνικά.
Ακολουθούν ενεργητικά το γάτο, σαν να είναι αυτό το ζωντανό το πιο θαυμαστό δημιούργημα. Εκείνος, μένει ατάραχος και νωθρός στις κινήσεις του. Τα πρόσωπά τους λάμπουν από το επίτευγμα της ανακάλυψης αυτού του εντυπωσιακού γάτου με τη χοντρή ουρά.

Τα κοιτάω τα παιδιά με συμπάθεια και πάω να κοντοσταθώ, αλλά πιάνω το καχύποπτο και αγριεμένο βλέμμα της μάνας τους, μάλλον, που κάθεται στο ρείθρο και μου μεταδίδει το νόημα ότι η τρυφερότητά μου δεν της είναι ευπρόσδεκτη. Ποιός ξέρει τί έχουν δει στη ζωή της τα μάτια της και δεν με γουστάρει καθόλου. Προσπερνάω λοιπόν χωρίς δεύτερη σκέψη.
Το αγοράκι πολύ φευγαλέα μου ρίχνει ένα διερευνητικό βλέμμα. Μετά συνεχίζει να αφοσιώνεται με όλο το νου του στην παρατήρηση του αιλουροειδούς. Δεν το απασχολεί
( ακόμα) από ποιά χώρα ήλθαν οι γονείς του, σε ποιά χώρα είναι, σε ποιό μέρος της χώρας αυτής, πού μένουν, αν έχουν αύριο να φάνε, σε ποιό χρώμα φυλής ανήκουν αυτοί ή οι γείτονές τους. Η πραγματικότητα της στιγμής έχει τέσσερα πόδια και μαλακό κίτρινο τρίχωμα.

Σε λίγα δευτερόλεπτα αυτή η σκηνή είναι ήδη παρελθόν. Φθάνω στη στάση και περιμένω υπομονετικά το επόμενο λεωφορείο που θα περάσει για Περιστέρι.

Μιά τόσο τωρινή φιγούρα….

Περιπλανώνεμη στο διαδίκτυο χαλαρά, ψάχνοντας για όμορφους πίνακες ζωγραφικής, όπως συχνά μου αρέσει να κάνω, αναζητώντας τα λιγότερα γνωστά διαμάντια, έπεσα πάνω σε τούτο το έργο του ρώσου ζωγράφου και σκηνογράφου Μπόρις Κουστόντιεφ.
Ο Κουστόντιεφ ( 1878 – 1927 ) ήταν γιός καταξιωμένου φιλόσοφου και θεολόγου, στην προεπαναστατική Ρωσία, αλλά ορφάνεψε από πατέρα μικρός και με τη μητέρα του ζούσανε για χρόνια σε ένα μικρό διαμέρισμα κοντά σε έναν πλούσιο έμπορο. Οι αναμνήσεις των παιδικών χρόνων του αποτυπώθηκαν αργότερα στο έργο του.
‘Εγινε γρήγορα αναγνωρισμένος ζωγράφος στη χώρα του, και ‘επέζησε’ καλλιτεχνικά, και πριν, και μετά τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που έφερε η ρωσική επανάσταση. Το 1916 αρρωσταίνει από σπάνια πάθηση της σπονδυλικής στήλης που τον καθιστά παραπληγικό για το υπόλοιπο της ζωής του. Είναι χαρακτηριστικό όμως, ότι συνέχισε να δημιουργεί, να δουλεύει για το θέατρο, και να φτιάχνει πίνακες βουτηγμένους στο χρώμα και στην ένταση, κάτι που εμένα προσωπικά μου φέρνει συνειρμικά τη Φρίντα Κάλο στο νου.

Ο συγκεκριμένος πίνακας λέγεται » Η γυναίκα του έμπορου» , 1918, και είναι ο πιο γνωστός του.
Είναι φανερό ότι αποτυπώνει τις εντυπώσεις του από τη γειτνίαση με την οικογένεια του έμπορου,περνώντας στον καμβά την δική του ‘ερμηνεία’ των εικόνων που προσλάμβανε.

Αν και η γυναικεία φιγούρα εδώ είναι ντυμένη με το στυλ των αρχών του 20ού αιώνα, η αίσθηση και η αύρα που αποπνέει μου βγάζει κάτι εντελώς σημερινό και διαχρονικό.
Η αυτάρεσκη έκφραση στο πρόσωπο της συζύγου, που κοιτά τρυφερά τη γάτα της και η γάτα τής ανταποδίδει το βλέμμα με λατρεία, αναδεικνύει τον ψυχισμό ενός ατόμου που βρίσκεται αποστασιοποιημένο από το γύρω περιβάλλον, από τον «έξω κόσμο» ίσως;

Αυτός ο «έξω κόσμος» μοιάζει να είναι πολύ πίσω, σαν μπάκγκράουντ στο κάδρο, μοιάζει να μην απασχολεί τα δυο έμψυχα όντα του πίνακα. Το τραπέζι είναι γεμάτο από γεύσεις και χυμούς, και η γυναίκα κρατά με το καλοθρεμμένο χέρι της ένα πιατάκι, απολαμβάνοντας χωρίς τύψεις τις χαρές της ζωής.
Η κατασκευή της φιγούρας αυτής, με αυτό το χέρι, με παραπέμπει σε ύστερες δεκαετίες,  στη ζωγραφική του Φερνάντο Μποτέρο, πιο συγκεκριμένα.
Το μπάκγκράουντ δείχνει απομακρισμένο και εκτός πραγματικότητας, ενώ ίσως  πιο ρεαλιστικό θα ήταν να έβαζε εκεί ο Κουστόντιεφ τις στρατιές των επαναστατών, και όχι τα ήρεμα, μεγαλοπρεπή κτίσματα. Μπορούμε ωστόσο νοητά να φανταστούμε τι γίνεται στο υπόβαθρο της Ιστορίας. Εναλλακτικά, μπορεί ο κάθε παρατηρητής του κάδρου να τοποθετήσει εκεί πίσω την οποιαδήποτε ιστορική συγκυρία και στιγμή, από τους μπολσεβίκους και τις χιτλερικές στρατιές, μέχρι τα εκατομμύρια των μετακινούμενων προσφύγων στις αρχές του 21ου αιώνα και τις ορδές των νεό-πτωχων.

Η ικανοποιημένη με τον εαυτό της ηρωίδα του πίνακα, δεν άλλαξε, και ούτε θέλει να αλλάξει, ανά τους αιώνες.

Post Navigation