Ειρήνη Βεργοπούλου

Archive for the category “C’ est moi -Ποίηση, αλλά ουχί οίηση.”

diPαίγνιον 2017, Βίντεο

Η συμμετοχή μου ( στο 10.18 ) στο λογο-παιγνίδι που οργάνωσε η ανθολογία dipGeneration.

diP generation

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Advertisements

Θεία μου ασπρόμαυρη.

dcffd69949df484cdf7977f4d0b89113

Θεία μου ασπρόμαυρη,
κυρά των κάδρων εσύ.
Χώθηκες σφιχτά και παγιώθηκες,
μέσα σε κάτι ασημικά ακλόνητα,
και σε κάτι δίσκους τετράγωνους.
Οπως πρέπει πάντα, και καθώς πρέπει.


Με ένα ρίγος φόβου μόνιμα,
μην πάει και ξεφύγει κάνα ζουμί
και τρέξει,
και λεκιάσει τις κομψές λαβές
και τα άσπιλα χείλη των σκευών.

* φωτό : Vivian Maier, self portait, 1950s.

Craftbook 2

12115783_1044412078924303_3776529706544471810_n

Κυκλοφόρησε ο δεύτερος, μετά το 2013, τόμος, με συμμετοχές συνεργατών της διαδικτυακής ομάδας Craft, με 91 συμμετέχοντες, μεταξύ των οποίων και εγώ, με ένα διήγημα. Κεντρική ιδέα όλης της έκδοσης, η Ετερότητα.

Από τις ‘Μικρές Εκδόσεις’, στα βιβλιοπωλεία.

Ε Ν Σ Τ Ο Λ Η

Ειρήνη Βεργοπούλου

Image

Με μπερδεύουν οι στολές, και από παλιά.

Ξέρεις, αυτές που φοράμε, ανάλογα με τις χρησιμότητες.

Δεν μπαινοβγαίνουν και εύκολα βλέπεις, όπως πι χι, οι τσίπικες  οι μασκούλες μας.

Κείνες μωρέ, οι χάρτινες, τα σκαριφήματα τα πρόχειρα,

-δύνανται και να μας προφυλάσσουν, μπας και παρεξηγηθούμε για αποσυνάγωγοι.

Μασκούλες  πολύχρωμες και μπόλικες, για  αβρή εναλλαγή, καθημερινή,

εργαλία – ευκολίες, τσιμπημένα από το ebay,

άντε και από το μπαζάρ στο Μοναστηράκι,

με το ψιλό το λαστιχάκι, που εύκολα σπάει ωστόσο,
και δεν τα συγκρατεί καλά.

Οι στολές από την άλλη, είναι ογκώδεις, είναι ολόσωμες, και κρατάνε για πολύ.

Μας τις προβάρουμε  εν υπνώσει

ή μας παραχώνουν με το ζόρι οι άλλοι εκεί.
Αυτές, μας περικλείουν ολόκληρους μέσα.

Αναρτιούνται στο κορμί μας σαν σιδερένιες κουστουμιές,
Τις στολίζουμε άρα, για να τις μπορούμε και να τις αντέχουμε, με κάτι χαζά λιλιά,
λιλιά που τα λογίζουμε για πούπουλα,
αλλά είναι ωστόσο χονδροειδείς σφραγίδες.

Με μπερδεύουν οι στολές…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 109 επιπλέον λέξεις

Κοιμώμενη Αριάδνη.

Μπερδέματα, μπερδέματα, αγαπητή μου,
Και όλο εσένα σου λαχαίνει να αποδεσμεύεις,
τους κόμπους,
από των άλλων τις βιασύνες, τις φιλοδοξίες, τις απρονοησίες.

(Εμ, γιατί σου δώκανε, εκεί στην Κρήτη,
τόσα φίδια υποτελή, να τά χεις βελονάκια;)

Θεά των αργαλιών σε αναγορεύσανε.
Επίσης, σύζυγο πότη Θεού.
Ασε που σε (μ)πλέξανε να γίνεις πολύτεκνη μάνα αγοριών,
που είχαν ονόματα περίτεχνα,σαν υφαντά.
Μπας και λησμονήσεις δηλαδή, εκείνου του πρίγκηπα αγαπητικού (θυμάσαι;)
τη θρασιά αδιαφορία.

Μα δεν τελειώνει ποτέ η προχειρότητα του κόσμου,
και η αγάπη του για τα δραματικά :
Την νύστα σου, που ο άλλος αφορμή για φευγιό τη βρήκε,
κάποιοι σπουδαίοι,για επιθανάτια αγωνία την επήραν.
Και στου Πάπα τα μέρη σε ξαπλώσανε
ως Κλεοπάτρα.
Αλλά και αυτό, τσάτρα πάτρα.
‘Αντε πάλι, φτιάχνε μίτους,
με σκοπό
τους χαζούς ή και πονηρούς, προς τα φώτα να βγάλεις.

Σάμπως και θέλουν, όμως τούτοι, όντως να σωθούν;

*εικόνα : το ελληνιστικό άγαλμα του 2ου αιώνα π.Χ., που απεικόνιζε την Αριάδνη, αλλά επί πολλούς αιώνες τη θεωρούσαν Κλεοπάτρα.
Από το 1512 ήταν στη συλλογή του Βατικανού, αλλά μόλις τον 19ο αιώνα ταυτοποιήθηκε.

1024px-Sleeping_Ariadne_2

*Πίνακας : Portrait of Charles Crowle by Pompeo Batoni, 1762 (Louvre):
as «Cleopatra» the Ariadne often figured in Batoni’s portraits of Grand Tourists.

10439477_10152554173327984_5437043618788916702_n

http://en.wikipedia.org/wiki/Sleeping_Ariadne

Αλλο σκάκι.

f49e25489f6ce86ecb03f43af9f10840

Ονειρεύτηκα ένα σκάκι
με πιόνια μπαλαρίνες.
Χωρίς καθόλου αίματα.
Με τον βασιλιά και τη βασίλισσα αόρατους
και αντί για τετράγωνα ναρκοπέδια,
να έχει ανατολίτικου οντά μαξιλάρια.

* εικόνα : (απομίμηση μάλλον Ντεγκά, αλλά ουχί, εκτιμώ, αυθεντικός: δεν απέδωσε επαρκείς καρπούς η αναζήτηση, έδωσε όμως έναυσμα σκέψεων)

Πεντικιούρ.

38f7cbbe9de6320c47658dc1761deaba

Μπορούσε για ώρες να την παρατηρεί να κάνει πεντικιούρ.
‘Υστερα, με εμπύρετο βλέμμα,
σχεδίαζε τοιχογραφίες πάνω στις φτέρνες της..

*Paul Sieffert (1874-1957) : Nu sur lit de fourrure.

Ανώνυμος

Ανώνυμος

Ανώνυμος ο εκτελεστής του έργου.
Αδήλωτα το όνομα και το επώνυμο.
‘Ενας διαχρονικός Nobody.
‘Ανευρα κοιτάς τους επερχόμενους παρατηρητές,
και ολίγον ξινά και απορημένα :
ανάμεσα σε τόσα αριστουργήματα,
αμήχανα και γκρίζα είσαι τοποθετημένος,
και σφιχτοκουμπωμένος.
Ελάχιστοι κατανοούν,
όταν σε βλέπουν , με ζαβλακωμένα από τα γύρω μεγαλεία μάτια,
ότι είσαι το
-ούτε υπαινικτικά κοίλο, ούτε ερωτικά κυρτό
ούτε ερεθιστικά ανάγλυφο-
αλλά απρόσμενα επίπεδο, μενταγιόν στο λαιμό τους.

*Portrait of a Man. Anonymous,
French, 16th century, The Met

Ασημικά.

Ασημικά.

>Θεία μου ασπρόμαυρη,

κυρά των κάδρων εσύ.

Χώθηκες σφιχτά και παγιώθηκες,

μέσα σε κάτι ασημικά ακλόνητα,

και σε κάτι δίσκους τετράγωνους.

‘Οπως πρέπει πάντα, και καθώς πρέπει.

Με ένα ρίγος φόβου μόνιμα,

μην πάει και ξεφύγει κάνα ζουμί

και τρέξει,

και λεκιάσει τις κομψές λαβές

και τα άσπιλα χείλη των σκευών.

* φωτό : Vivian Maier, self portait, 1950s.

Οι ευτυχισμένες μέρες.

.

Οι ευτυχισμένες ημέρες σου


είναι κάτι τσαλακωμένοι καρποί
εγκλωβισμένοι στα τσόφλια των νευρώσεων.


Οι ευτυχισμένες ημέρες σου

είναι η κρέμα του κύματος
που συμπτύχθηκε πάνω στο πετσί του βράχου,
μαζί με τα βρύα της ανίας και των πεσμένων αντιστάσεων.


Περιφέρονται επίσης ,
μέσα στην αναλφάβητο των κυρτών προθέσεων,
και περιμένουν ιώβεια να τις αρθρώσεις,
επιμελώς και με διαβήτη σχεδιασμένες,
ως καλλίγραμμα φωνήεντα.


Είναι τα αυγά Φαμπερζέ
που έχεις από παλιά παραγγείλει στον χρυσοχόο
αλλά αργούν να παραδοθούν,  
γιατί αυτός σε υποτιμά
και δεν σε λογαριάζει για τσάρο ικανό
πάνω στις στέπες των συνειρμών σου.


Οι ευτυχισμένες ημέρες σου


φλέγονταν εξαρχής στις ωοθήκες.
Αγκομαχούν να προσπεράσουν
τις αναβολές-αποβολές,
ώστε να τις υποδεχτείς κάποτε,
σχηματισμένες και αρτιμελείς,
μέσα σε σε μια αγκαλιά
από δυο κατεργασμένα πιά χέρια.

* εικόνα : κεραμικό της Kirsten Stingle.

Απωλέσθη καύσιμο.

Απωλέσθη  καύσιμο.

Το βέλτιστο ορυκτό σου καύσιμο.
Η μη ανανεώσιμη φυσική πληγή σου.
Ο Χρόνος σου.
Απωλέσθη, ενίοτε μάταια.
Μεγάλη η οικολογική καταστροφή,
στον δρυμό ψυχισμό σου.
Κόπιασε τώρα στο εξής
να σκαλίζεις ότι απέμεινε
με υλη-ακή ενέργεια.

Grace

Grace

( Μονόλογος απέναντι σε πορτραίτο νο 7 )

Γκρεης,

Στέκεσαι εδώ και ποζάρεις, ολόφωτη και τηλαυγής.

Οι σωλήνες από νέον σου χαράζουν τη στεφάνη των μαλλιών,

και τα μάτια σου μας κεντράρουν, ηλεκτροφόρα,

απολύτως ασημιά,

ολόφρεσκα κέρματα, φρεσκοκομμένα.

Το σχήμα σου έχει στην αφίσσα ως σε παριανό μάρμαρο σμιλευτεί,

η καλλονή σου εν πλήρει δόξει.

Ατυχώς όμως, αιωρείσαι μεταξύ δυό απωλειών :

της δικής σου, δυό χρόνια πρωτύτερα, και του καλλιτέχνη σου, τρία χρόνια μετά.

Ευάλωτη, πολύ ευάλωτη ήταν,

στην τελική κρίση, η φωτό.

Τόση ομορφιά, τόση διασημότητα,

ενδεχομένως και κάποια πάθη,

τόση άραγε ισχύς,

όλα ευεπίφορα.

Μια θρυαλλίδα στιγμής, κάπου στην έντονη νεότητα

έχει εγκλωβιστεί εδώ από τον υπήκοο φακό.

Μια θρυαλλίδα μικρή, που νόμισε ότι ήταν πλανήτης.

Τόση ωραιότητα, δεν συντελέστηκε τελικά για τυχερό.
Συμπερασματικά, ανήκει και αυτή στα μουσεία.

Και εκείνο της δικής σου πόλης, και στα γενικά.

Στα μουσεία, παρέα με τις άλλες καλλονές,

ενσωματωμένη ανάμεσά τους,

και με τις περίφημες σούπες παρέα.

Το νέον, το νέον, τα κάνει όλα διάφανα.

Το αλφάδι του στυλίστα πορτραιτίστα θα μαρμαρώσει και αυτό

αποφεύγοντας τα συνήθη μπανάλ αρθριτικά.

Και όλα θα είναι στάμπες ταχυδρομικές

πάνω σε φλύαρα χρονοκιβώτια.

εικόνα : το πορτραίτο της Γκρεης Κέλλυ ( 1929- 1982) από τον ‘Αντυ Γουώρχολ ( 1928 -1985), το 1984. Μουσείο της Φιλαδέλφεια.

Το νερό

Το  νερό

Το νερό. Ξεκίνησε τα πάντα, και τα τελειώνει επίσης όταν θέλει.
Τα αρχινά και τα λήγει όλα, με την παρουσία του και την απουσία του,
κατά το δικό του δοκούν.
Το νερό ανέσυρε τη ζωή από το μηδέν , μυστηριακά, πίσω από τη μοναξιά του πλανήτη.
Σφραγίζει στο κεφάλι τους αθώους. Αποτελειώνει με τη σπάθα του τη δίψα στο λαρύγγι,
αιμοδοτεί το χώμα, αποφλοιώνει την κάψα. Απεκδύει το δέρμα από κάθε κόπο και πόθο.
Κατασπαράζει τη φωτιά και την ξεφτιλίζει.

Σαν αντάλλαγμα, σε οβιδιακές μορφές, σου επιτάσσει όλες τις αισθήσεις.
Σε εγκαλεί να το ερμηνεύσεις με όλες τις γλώσσες : της αφής, της γεύσης, της όρασης, της ακοής, της οσμής, της διαίσθησης.

Ακόμα, ταξιδεύει, μεταφέρει, καταποντίζει. Πέμπει σώματα και ψυχές προς παραδείσους, ερήμους, και προς τον ‘Αδη.
Το τελευταίο σε πονά, όπως τόσα.
Μετά από μια βροχή όλο καρφιά, μια λακούβα του, τυχαία και ρηχή, δίπλα σε κάτι αρχαίες ράγες,

σε αντανακλά, και σε παραπλανά, πάλι για όμορφα να συλλογιέσαι.

Αναζητώντας τον Μπερνίνι.

Αναζητώντας τον Μπερνίνι.

‘Εχουμε μια μέρα μόνο,

να τα δούμε τα γλυπτά.

‘Αδικο, γιατί είναι σε όλη τη Ρώμη σπαρμένα.

Η Ρώμη όμως είναι τεράστια ,

και πολύ παλιά, και δεν χτίστηκε σε μια μέρα.

Η Ρώμη έχει υπόνομους που βρωμάνε

από μούχλα αιώνων και κατάλοιπα κρυφά.

‘Εχει μια οσμή φιδωτή , που πνίγει αγριότερα

και από τα κατά του Λαοκόοντα τα ερπετά.

Ωστόσο θα πρέπει να επιχειρήσουμε

να πλησιάσουμε στου Μπερνίνι τα έργα.

Να τα αναζητήσουμε και να σταθούμε με αργούς χτύπους απέναντί τους.

Χωρίς να τρώμε τις ώρες, σαν τα χάμπουργκερ στο χέρι.

Στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου είναι πολλά θαρρώ.

Επίσης, η Δήμητρα υποφέρει από το πάθος του Πλούτωνα στη Βίλλα Μποργκέζε,

και οι τέσσερεις μυώδεις ποταμοί περιφρονούν τους τέσσερεις ορίζοντες,

ενώ η αγία Τερέζα δεν αποτελειώνει την έκστασή της στην Σάντα Μαρία ντελά Βιτόρια.

Και όλα αυτά, μέσα σε τόση φασαρία, σε τόση αποφορά,

σε τόση θολούρα.
Πονάν τα πόδια μου, οι χάρτες μας βγάλαν αλλού, οι περαστικοί μας εξαπάτησαν.

Το πιθανότερο, είχαν άγνοια οι ίδιοι.

Πρέπει να τα βρούμε παρόλα αυτά τα γλυπτά του Μπερνίνι, και μέτρα σε παρακαλώ,

στα πόσα βήματα απόσταση είναι το σωστό να στηθούμε.

Μην αξιοποιήσουμε πάλι λάθος βλέμμα.

‘Ας το εκεί, να ρουφήξει κάτι από την υγρασία και των ιδρώτα των αγαλμάτων.

Σε λίγο σουρουπώνει.

Κρίστιαν, ο Αδαής.

Image

Ο Κρίστιαν ο ‘Εβδομος της Δανίας, κρατά ένα σκήπτρο.

Το κρατά και ισορροπεί, και χαίρεται πολύ.

‘Εχει μόλις στεφθεί , το χίλια επτακόσια εξήντα έξη

και έχει ονόματα και τίτλους δεκαέξη.

Στη γωνία, παρά ταύτα, τον περιμένει η αγωνία.

Ο κόσμος θα αλλάξει, οσονούπω, με επαναστάσεις και αντιστάσεις,

ενώ αυτός θα θαρρεί πώς σταθερά ισορροπεί,

-ωστόσο όλα κοντά του θα είναι δυστυχία, ατυχώς.

Αν και στην αρχική χαριτωμένος και ελπιδοφόρος,
μόνο πλασματικά τη χώρα,
σαν εικόνα, θα κυβερνά.

Τα μυαλά του ολοφάνερα θα τα χάσει,

το γάμο του στεγνά θα ατιμάσει,

και στα στερνά, επιπλέον,
μετά από δεκαετίες διαφθοράς και αλητείας,
τον περιμένει και ο Ναπολέων.

Νιόπαντρος κιόλας, την πριγκίπισσα γυναίκα του ,
– αδελφή, για σκέψου, του ‘Αγγλου βασιλιά ! –
όπως είναι η σωστή τάση και μόδα, περιφρονεί,
και στο κρεβάτι τους , με θράσος,
ο διαφωτιστής γιατρός-καθοδηγός εμφιλοχωρεί,

που προσπάθησε, με ορμή, ως σκιώδης άρχων,
σημαντικές ανατροπές,
που τον οδήγησαν και αυτόν τον καημένο
σε αποκεφαλισμό, τεμαχισμό και μεταθανάτιες ντροπές.

Η σύζυγος βασίλισσα μετά, στα εικοσιτρία ,
-και πολύ της ήταν για τέτοιους καιρούς-

θα πεθάνει,
έχοντας αφήσει αμφισβητούμενα τέκνα,
στης διαδοχής το καραβάνι.

Και ο Κρίστιαν;

Ω, αυτός θα αποχωρήσει τον δέκατο ένατο αιώνα πια,

έχοντας ζήσει επαρκώς,
εν αγνοία του όμως, ο δυστυχής,
ως περίεργος και παράφρων,
διαρκώς,

το σκήπτρο το μοιραίο στους επόμενους περνώντας,

και τους θεούς να κλάψουν την αποχώρησή του ,
ίσως καλώντας.

Η Μοίρα ξέρει εν τούτοις πονηρά,
να κρατά την ισορροπία,
όταν από άλλους αυτή λείπει, οικτρά.

Στο βασίλειο της Δανίας, δεν ήταν όλα για όλα συμφορά.

Η αστρονομία λοιπόν τον ευχαριστεί,
που στον υπολογισμό της τροχιάς της Αφροδίτης,
και άλλα ενδιαφέροντα συμπαντικά ,
επειδή είχε φίλο στην αυλή κάποιον ευφυή ,
τον αστρονόμο Μαξιμίλιαν Χελ,

του μετράμε του αδαή εκεί,
μια μικρή συνεισφορά.

πορτραίτο : απο το 1772, του Alexander Roslin (1718–1793)
από τη Wikipedia.

Επί της Ιωάννου Δροσοπούλου.

Το λεωφορείο μόλις έστριψε λοξά
και μπήκε στη Γαλατσίου,
με μια κίνηση βαριεστημένου ερπετού
που έχει αδειανό το στόμα,
και σαφώς κανένα μήλο να τείνει.

Είχα μια σύντομη αμηχανία,
ύστερα αφού σφούγγισα με τον καρπό τα μάγουλα.
Με την ανάποδη, γιατί ήταν από τις χειρολαβές λερωμένο το χέρι.

Είχα μόλις δακρύσει.
Μπροστά στους συνεπιβάτες μου, τους άγνωστους,
τους τοποθετημένους απέναντι σε με, στα αντίθετης φοράς καθίσματα.
Για τόσο σύντομο πλου , ήταν εν τούτοις ενδιαφέρουσα παρέα.

Είχα μόλις δακρύσει, άθελά μου,
μπροστά σε πολλά κουρασμένα μάτια, με χοντροφτιαγμένο μολύβι άγαρμπα τονισμένα,
μπροστά σε μισογεμισμένες, πρόχειρα δεμένες πλαστικές σακκούλες,
και σε γυαλιά με μεγεθυντικούς φακούς χοντρούς, που έκαναν την ένταση του περίεργου βλέμματος μεγαλύτερη.

Είχαμε πριν λίγο προσπεράσει,
την πολυκατοικία εκείνη
όπου σε ένα διαμέρισμά της
είχα κάποτε ζήσει στιγμές από μια άλλη ζωή
-ίσως και με άλλο όνομα, ακόμα.

Η πολυκατοικία με την αστική, μαρμάρινη, υπέροχη σκάλα
με τη στιλπνή, ομορφοφτιαγμένη κουπαστή,

και το κιγκλίδωμα – κέντημα με το βελονάκι,Image
που προστάτευε τον καφετί, κομψό ανελκυστήρα.

‘Ενιωσα σύντομη, αλλά μεγάλη ταραχή.
γιατί είχα πριν λίγο δακρύσει,

επί της Ιωάννου Δροσοπούλου.

*  φωτό  δανεισμένη  από  τον  ιστότοπο  deltamarmara.gr

Ε Ν Σ Τ Ο Λ Η

Image

Με μπερδεύουν οι στολές, και από παλιά.

Ξέρεις, αυτές που φοράμε, ανάλογα με τις χρησιμότητες.

Δεν μπαινοβγαίνουν και εύκολα βλέπεις, όπως πι χι, οι τσίπικες  οι μασκούλες μας.

Κείνες μωρέ, οι χάρτινες, τα σκαριφήματα τα πρόχειρα,

-δύνανται και να μας προφυλάσσουν, μπας και παρεξηγηθούμε για αποσυνάγωγοι.

Μασκούλες  πολύχρωμες και μπόλικες, για  αβρή εναλλαγή, καθημερινή,

εργαλία – ευκολίες, τσιμπημένα από το ebay,

άντε και από το μπαζάρ στο Μοναστηράκι,

με το ψιλό το λαστιχάκι, που εύκολα σπάει ωστόσο,
και δεν τα συγκρατεί καλά.

Οι στολές από την άλλη, είναι ογκώδεις, είναι ολόσωμες, και κρατάνε για πολύ.

Μας τις προβάρουμε  εν υπνώσει

ή μας παραχώνουν με το ζόρι οι άλλοι εκεί.
Αυτές, μας περικλείουν ολόκληρους μέσα.

Αναρτιούνται στο κορμί μας σαν σιδερένιες κουστουμιές,
Τις στολίζουμε άρα, για να τις μπορούμε και να τις αντέχουμε, με κάτι χαζά λιλιά,
λιλιά που τα λογίζουμε για πούπουλα,
αλλά είναι ωστόσο χονδροειδείς σφραγίδες.

Με μπερδεύουν οι στολές, γιατί συγχύζεται η ψυχή μου λίγο εντός τους.

Δεν ξέρω αν, με την εκάστοτε από δαύτες  ζωσμένη πάνω μου,

είμαι  εγώ στ’ αλήθεια, όταν πάω για δουλειά,

ή εγώ είμαι όταν ενδύομαι τάχατες μου τον comme il faut

ή τον  αεράτο καλαμπουρτζή ή και τον opinion maker αν κάτσει..

Ποια φορεσιά μου πάει καλύτερα,

ποια είναι λιγότερο τραχιά, και ποια είναι κάπως υποφερτή,

ατυχώς δεν έχω καταλάβει.

Τρέμω μόνο, μπας και με τραβήξουν βαθύτερα μέσα τους,

ετούτες και οι άλλες , οι διάφορες κουστουμιές.

Μην σφαλίσουν στα μανίκια, και στα μπατζάκια και στους γιακάδες οι μεντεσέδες,

και δεν μπορώ ύστερα καθόλου,

όχι ένστολος/η,

αλλά ούτε απλά εγώ να είμαι.

‘Ενα υπέροχο πρώτο βήμα….

'Ενα  υπέροχο  πρώτο  βήμα....

Εχθές βράδυ, έγινε η επίσημη παρουσίαση του βιβλίου Craftbook, που είναι μια συλλογική έκδοση, με τις συνεργασίες 63 μελών της διαδικτυακής ομάδας Craft. Συμμετέχω με το ποίημα Anna. Εκδόσεις Γαβριηλίδης,

Jeronima

Jeronima

( * Πίνακας : » Η κυρία με τη γούνα», Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, 1580.

Μουσείο της Γλασκώβης.)

Jeronima

 

Σας έχουν αυθάδικα κατά καιρούς αμφισβητήσει,

αν είστε όντως εσείς,

πράξη που θα εξόργιζε πολύ

τον προικισμένο από τη Θεία Χάρη εραστή σας.

Θα τους μισούσε το λοιπόν αν μάθαινε,

ο σπουδαίος , ο νευρικός δημιουργός,

για εκείνους τους θρασυτάτους ,

μεταγενέστερους ‘ειδικούς’, ‘γνώστες των τεχνών’,

που τολμούν να βλέπουν έναν άλλον αντ’ αυτού,

στον κανβά αυτό να έχει εργαστεί.

‘Η , ακόμα και αντρική φιγούρα στη σκιά των χρωμάτων να λουφάζει.

– Υστερική ύβρις: πώς είναι δυνατόν άλλο χέρι να σας έχει ποτέ χαιδέψει, πέρα από εκεινού.

Παραληρούν. Ο σύντροφός σας, λένε,

τις έφτιαχνε τις ανθρώπινες μορφές μαρτυρικές,

μακρόστενες αφύσικα, βασανισμένες,

χλωμές και άυλες,

( μα δεν είναι όμως έτσι συχνά ο θνητός; νομίζω. )

Εσείς όμως είστε ίδια η πνοή της ζωής :

πολύ ροδαλά τα μάγουλά σας, αναφωνούν οι αμφισβητίες!!

Φθονούν .

Τα μάτια σας τα μεσογειακά,

φλέγονται από αγάπη,

υγρά, εβένινα και πελώρια,

καθώς καίγονται και από θαυμασμό,

για τον ικανό, τον από τον Χάνδακα μάστορα,

που ταξίδεψε στη Δύση εσάς για να αναζητήσει,

υπό το ψευδώνυμό σας : Ζωγραφική.

Και εσείς του ανταποδίδετε τη λατρεία ,

γεμάτη αίμα στα αγγεία σας,

καθόλου αγία, ευτυχώς για εσάς,

μόνο Γυναίκα,

με όλη την κομψότητα του αιώνα σας

να ευωδιάζει και να αναδύεται :

μέσα από την αβρότατη γούνα σας,

από τους σπινθήρες των κόκκινων δακτυλιδιών σας,

κι από τα πλούσια , ολόλαμπρα μαλλιά σας.

Και το τέλειο μαντήλι συνάμα να συγκρατεί

το άψογο οβάλ σας,

τελετουργικά,

όμοια ακριβώς όπως θα έκαναν οι παλάμες του καλλιτέχνη, ολόγυρα από το πρόσωπό σας.

Σαν παλάμες λοιπόν,

ιερά,

το μαντήλι σας διαφυλάσσει,

εσωκλείοντας την καλλονή σας στην αιωνιότητα,

( αδιάφορο αν λίγο καιρό μετά σωματικά πεθάνατε : απλή ιστορική υποσημείωσις.)

Μια αιωνιότητα μοιρασμένη λοιπόν,

διαρκέστερη

και από εκείνη την στιγμών

της από κοινού ερωτικής σας έκστασης.

Anna

Αννα,

Η μορφή σας είναι ακόμα τόσο ασαφής,
και τα πορτραίτα σας πλάστηκαν εξαρχής
για να είναι μυστηριώδη και ατελή , μα εκηβόλα.
Ησασταν λέει, μορφωμένη, ετοιμόλογη, σπινθηροβόλα,
– απροσδιόριστη η ‘μαγεία’ σας, μα και κατάρα σας τελικά :
τα χαρίσματα σας ταιριάζαν σε ερωμένες εξαιρετικά,
αλλά όχι σε συζύγους, πόσο μάλλον βασιλικές
που τις θέλουν πιο γήινες και υλικές .
Επτά χρόνια αναμονής και αποχής για τον βασιλιά,
μέχρι να σας αποκτήσει,
(άραγε κάθε χρόνο τον μετρούσε σαν πληγή ;)
Και στο μεταξύ, μεγαλεία αυτή η αγάπη φαίνονταν ότι θα χτίσει.
Μα ύστερα ωστόσο, υπήρξε η βασιλεία του γάμου σας χλιαρή,
με πείσματα και καυγαδάκια
που τα νομίζατε πως είναι
για επίγειες ασήμαντες σχέσεις.
-εν τέλει, ήταν μιαρή.
Και, άχρηστος ο κόπος άρα,
που τη θανή πανηγυρίσατε,
της προκατόχου σας, με γλέντια και φανφάρες
και σε όλο το Λονδίνο περιφερόμενη γυρίσατε
( ενώ το πλήθος σας κοίταζε πάντα so unimpressed ).
Το Σχίσμα είχε ήδη, κάπως τυχαία, πραγματοποιηθεί,
η Ιστορία είχε ικανοποιηθεί,
η επόμενη μαιτρέσσα, στα γόνατα του κτηνώδους βασιλιά είχε ήδη βολευτεί,
και το αγόρι – διάδοχος , των τεσσάρων μηνών στην κοιλιά,
απ το κορμί σας είχε απορριφθεί.
Οπότε εσείς πια, με μια κόρη μόνο,
και μια κρεατοελιά στο λαιμό απεχθή,
είχατε γίνει δεδομένα βαρετή.
Σας δίκασαν το λοιπόν με συκοφαντίες αρκετές,
όπως είναι η κλασική πρακτική ανα τις εποχές
( για τους ενοχλητικούς, αυτή )
και φέραν και ιππότη από τη Γαλλία προς τιμή,
να σας πάρει με το ευγενές σπαθί του το κεφάλι,
στην εκτέλεση στον Πύργο ,που την έκαναν καρναβάλι.
Και ύστερα δεν σας θάψαν καν επαρκώς,
όπως ίσως επιθυμούσατε διακαώς.
Φτιάξατε όμως έναν Μύθο, αυτό το προκάνατε.
Και , όπως όλοι στον Βάρδο του λένε : ‘Αθάνατε’,
έτσι και το φάντασμα του βασιλιά,
το κρανίο το κομμένο σας
ίσως κάποια στιγμή κρατά,
στα μαυσωλεία της Ιστορίας,
φευγαλέα, ανιαρά και πρωθύστερα.
Και μας πετά : « καημένη ‘Αννα, την ήξερα»

Image
* Πορτραίτο της Ann Boleyn ( 1501 -1536)
Εθνική Πινακοθήκη της Αγγλίας.

Post Navigation