Ειρήνη Βεργοπούλου

Archive for the category “C’est moi -μεταφράσεις”

“No, no, poor suff’ring Heart, no Change endeavour” : με αφορμή την «Ευνοούμενη», ένα ποίημα του John Dryden σε μετάφραση.

53786405_826245367727181_4712878948319494144_n (1)

Dryden, by John Michael Wright, 1668//
Εικόνα: από τη Wikipedia.

[Πρώτη δημοσίευση ανάρτησης και πολλές ευχαριστίες, στο Varelaki.blogspot της Ασημίνας Ξηρογιάννη]

Στην ταινία «Η ευνοούμενη» του Γιώργου Λάνθιμου, που παίζεται αυτόν τον καιρό  στους κινηματογράφους, υπάρχουν πολλές σκηνές μέσα στο παλάτι της Βασίλισσας Άννας, όπου βλέπουμε και  τις εκτενέστατες βιβλιοθήκες της, με τους εκατοντάδες τόμους κλασικά, παλιά βιβλία της εποχής. Σε μια  σκηνή, η μία εκ των τριών βασικών ηρωίδων, η Σάρα Τσέρτσιλ – Λαίδη Μάλμπορο, εξοργισμένη με τα τεχνάσματα της εξαδέλφης της Αμπιγκέηλ, ψάχνει στα ράφια της βιβλιοθήκης ανεβασμένη σε σκάλα, και εκσφενδονίζει βαριά βιβλία από εκεί προς την Αμπιγκέηλ, για να την χτυπήσει. Και τη ρωτά έξαλλη, που βρίσκεται ο τόμος με τα ποιήματα του Τζων Ντράιντεν , που η βασίλισσα διαβάζει.

54268156_377959673045963_2895683731400425472_n (1)

 

 

 

 [Με αυτή την αφορμή, έψαξα για κάποιο ποίημα του Ντράιντεν για να καταπιαστώ, και επέλεξα αυτό: ένα τραγούδι-ποίημα  από το θεατρικό έργο  «Κλεομένης, ο ήρωας της Σπάρτης», του John Dryden, που ανέβηκε στο Βασιλικό Θέατρο το 1692.

Ο John Dryden (1631-1700), ήταν σημαντικότατος ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής και κριτικός λογοτεχνίας του 17ου αιώνα, από τους θεμελιωτές της Αγγλόφωνης γραμματείας.]

Πηγή των αγγλικών στίχων :    http://www.bartlby.com και www.theatredatabase.com

https://www.bartleby.com/204/177.html



https://www.theatredatabase.com/17th_century/john_dryden_004.html

 

[Απόδοση στα ελληνικά και συνοδευτικά στοιχεία:
 Ειρήνη Βεργοπούλου]

Όχι, όχι, καημένη μου καρδιά, μην πασχίζεις να αλλάξεις,

Διάλεξε να κάνεις το σωστό, παρά να την αφήσεις.

Τα γητευμένα μάτια μου κρατούν τόση απ’ την ομορφιά της,

Που μπορώ να αποθάνω για αυτήν, μα όχι να ζω μακριά της.

Ένας τρυφερός της στεναγμός που με κάνει να μαραζώνω

Αρκεί με το παραπάνω για το τίμημα που πληρώνω :

Πρόσεχε, ω σκληρό Ξωτικό, πώς μου χαμογελάς,

Καθώς ήταν με ένα γλυκό σου βλέμμα που με κατανικάς.

2.

Η αγάπη ένα φυλαγμένο  μου έχει  λεπτό χαράς

Και Ετούτη η ίδια είναι που θα τελειώσει τον πόνο μου κατ’ αρχάς.

Και μετά, καμιά μέρα  Ευτυχίας ή Απόλαυσης χωρίς:

Οι καιροί θα φεύγουν γοργά  χωρίς να το κατανοείς.

Ο Έρως θα φυλά την πόρτα σφαλιστά για να μας κάνει τη χάρη,

Ώστε να κρατά τον Χρόνο και τον Θάνατο έξω, όταν είναι να μας πάρει:

Ο Χρόνος και ο Θάνατος θα αναχωρήσουν , πετώντας και μιλώντας,

Η Αγάπη βρήκε τον τρόπο να ζει, θα λένε, τον ίδιο τον θάνατο σκορπώντας

 

NO, no, poor suff’ring Heart, no Change endeavour,

Choose to sustain the smart, rather than leave her;

My ravish’d Eyes behold such Charms about her,

I can dye with her, but not live without her

One tender Sigh of hers to see me Languish,         5

Will more than pay the price of my past Anguish:

Beware, O cruel Fair, how you smile on me,

’Twas a kind look of yours that has undone me.

2

Love has in store for me one happy Minute,

And She will end my pain who did begin it;         10

Then no day void of Bliss, or Pleasure leaving,

Ages shall slide away without perceiving:

Cupid shall guard the Door the more to please us,

And keep out Time and Death, when they would seize us:

Time and Death shall depart, and say in flying,         15

Love has found out a way to Live by Dying.

 

 

 

A LITTLE madness in the Spring

artwork-of-the-month-MAY-inside

 

Με ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον, που έγραψε από κάτι για τα πάντα στην ανθρώπινη ύπαρξη,
και σε απόδοση στα ελληνικά δική μου.
-πάντα με κάποιο ρίσκο, όταν είναι να αποδώσεις τον ιδιοφυή λόγο της.

[*Ο πίνακας είναι του Charles Daniel Ward, Βρετανού, (1872-1935) : «The Progress of Spring», 1905, μουσείο Dahesh, Νέα Υόρκη.]

A LITTLE madness in the Spring
Is wholesome even for the King,
But God be with the Clown,
Who ponders this tremendous scene—
This whole experiment of green,
As if it were his own!

Την ‘Ανοιξη η τρέλα ολίγον
είναι ακόμα και για τον βασιλιά επείγον,
Μα ο Θεός με τον Κλόουν να σταθεί
Που το τεράστιο ετούτο ζυγιάζει σκηνικό-
Αυτό όλο το πράσινο το πειραματικό,
Και που όλο δικό του ότι είναι το νοεί!

Στην αρχή, και πριν το τέλος: τρία ποιήματα της Σύλβια Πλαθ, από την εφηβεία της έως και λίγο πριν την «φυγή» της.

 

http://varelaki.blogspot.gr/2017/08/blog-post_22.html

Emily Dickinson (1830-1886) /// Dear March – Come in – ( no1320)

 

http://varelaki.blogspot.gr/2018/03/emily-dickinson-1830-1886-dear-march.html

 

 

Σύλβια Πλαθ στην αρχή, και λίγο πριν το τέλος: Τρια ποιήματα.

[ ‘Ενα μικρό αφιέρωμά μου στη Σύλβια Πλαθ, με απόδοσή μου  τριών ποιημάτων της, που δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό ιστολόγιο «Βαρελάκι», της Ασημίνας Ξηρογιάννη]

 

Sylvia_Plath_Letters_Home

 

Η βασανισμένη αλλά ιδιοφυής Σύλβια Πλαθ (1932-1963),  δεν παύει να συγκινεί το κοινό της ποίησης, αλλά και να αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο μέσα από τις καινούργιες και συνεχιζόμενες εκτιμήσεις των κριτικών και από τις έρευνες, τα ανανεωμένα άρθρα  και  τις αποτιμήσεις του σημαντικού έργου της. Αυτόν τον καιρό  για παράδειγμα “τρέχει” στην Ουάσινγκτον μια έκθεση με αντικείμενα από τη ζωή της και ζωγραφιές της ιδίας, ενώ ένα μεγάλο συνέδριο για αυτήν προετοιμάζεται στο Ωλστερ της Ιρλανδίας για τον Νοέμβριο.
Τα δείγματα του πηγαίου και τεράστιου ταλέντου της στη γραφή, όπως και η βαθιά ευαισθησία της πάνω στα πράγματα, στις αισθήσεις, στη ζωή, μα και οι αρχές της κατάθλιψής της δυστυχώς που θα την ταλάνιζε για πάντα, όλα αυτά λοιπόν ήταν εμφανή από τα εφηβικά της χρόνια. Για όσους, και είναι πολλοί, αγαπούν την ποιητική της έκφραση, είναι εξόχως συγκινητική η ανάγνωση των  πολλών γραμμάτων που  η Σύλβια  έγραφε προς την οικογένειά της στα χρόνια από την εφηβεία έως και το τέλος της ζωής της, και τα οποία τα εξέδωσε συγκεντρωμένα σε τόμο η μητέρα της Ωρέλια Πλαθ το 1975, υπό το τίτλο «Γράμματα στο σπίτι: Αλληλογραφία 1950-1963». Στα γράμματα αυτά, μπορεί να παρακολουθήσει κανείς τον τρόπο που ήδη συνελάμβανε την πραγματικότητα η νεαρή Πλαθ, ποιες ήταν οι ανησυχίες της, και πώς εξελισσόταν η σκέψη της.
Σε ένα μικρό και απλό ποίημα που έγραψε περίπου στα 17 της, και το οποίο η Ωρέλια περιλαμβάνει στον πρόλογο της έκδοσης, η Σύλβια έγραφε:
You ask me why I spend my life writing?
Do I find entertainment?
Is it worthwhile?
Above all, does it pay?
If not, then, is there a reason? …
I write only because
There is a voice within me
That will not be still.
Με ρωτάς γιατί περνώ τη ζωή μου γράφοντας;
Αν βρίσκω διασκέδαση;
Αν αξίζει;
Και πάνω από όλα, αν πληρώνομαι για  αυτό;
Αν όχι, τότε, υπάρχει λόγος;…
Γράφω μόνο επειδή

Υπάρχει μια φωνή μέσα μου.

 

 

 

 

   Μετά το σχολείο, η Πλαθ εγγράφηκε στο Κολέγιο Σμιθ στη Μασαχουσέτη, όπου αμέσως τα ποιήματά της διακρίθηκαν και εντυπωσίασε. Από τότε υπάρχει και το παρακάτω ζωγραφικό σχέδιο (από κάποια Stookie Allen) που την απεικονίζει, το οποίο  είχε αναρτηθεί στον πίνακα ανακοινώσεων του Κολεγίου και  που μιλά για «Εφηβικούς θριάμβους», αφού δυο ποιήματα της νεαρής φοιτήτριας είχαν ήδη δημοσιευτεί σε πανεθνικής εμβέλειας περιοδικά.
sylviaplath_cartoon.jpg
YWsyTVeCtC6UQDlUEi1tPQ!CsLFoPGe!+5lp3XPEwiPnp8wNdLZr6A3GrAstKKtpXqzCzid5HPMGevcK1sIpnajLVVMFPUS1ciqAgnzcF7c=

Κάνοντας ένα χρονικό άλμα μπροστά, ξέρουμε ότι ύστερα από πολλή “κατάθεση” νου και ψυχής στην ποίηση, αφήνοντάς μας παρακαταθήκη εξαίρετα γραπτά, η Σύλβια θα αυτοκτονούσε εισπνέοντας υγραέριο, εγκλωβισμένη σε μια μόνιμη κατάσταση κατάθλιψης, που η ύπαρξη των δυο παιδιών της δεν μπορούσε να αναχαιτίσει. ‘Ένα σύνολο από 274 ποιήματά της συγκέντρωσε ο σύζυγός της Τεντ Χιούτζ στο συγκεντρωτικό τόμο The Collected Poems  το 1981, και ο οποίος τόμος βραβεύτηκε με το Πούλιτζερ ποίησης.

Στον τόμο αυτό, υπάρχουν και δυο ποιήματα που η Σύλβια συνέγραψε λίγες μόλις μέρες πριν αυτοκτονήσει και τα οποία, παρ όλη την απαισιοδοξία και μελαγχολία που την κατέτρυχε, σφύζουν ωστόσο από ζωηράδα, εικόνες, και θετική στάση απέναντι στη ζωή. 

KINDNESS
Kindness glides about my house.
Dame Kindness, she is so nice!
The blue and red jewels of her rings smoke
In the windows, the mirrors
Are filling with smiles.
What is so real as the cry of a child?
A rabbit’s cry may be wilder
But it has no soul.
Sugar can cure everything, so Kindness says.
Sugar is a necessary fluid,
Its crystals a little poultice.
O kindness, kindness
Sweetly picking up pieces!
My Japanese silks, desperate butterflies,
May be pinned any minute, anesthetized.
And here you come, with a cup of tea
Wreathed in steam.
The blood jet is poetry,
There is no stopping it.
You hand me two children, two roses.
Καλοσύνη
Η καλοσύνη γλιστρά ολόγυρα στο σπίτι μου
Η Κυρά Καλοσύνη, είναι τόσο γλυκιά!
Τα μπλε και κόκκινα πετράδια των δακτυλιδιών της καπνίζουν
Στα παράθυρα, οι καθρέπτες
Γεμίζονται με χαμόγελα.
Τι είναι τόσο πραγματικό όσο η κραυγή ενός παιδιού;
Η κραυγή ενός λαγού μπορεί να είναι πιο άγρια
Αλλά δεν έχει ψυχή.
Η Ζάχαρη μπορεί να γιάνει τα πάντα, λέει η Καλοσύνη.
Η Ζάχαρη είναι ένα αναγκαίο υγρό,
Οι κρύσταλλοί της ένα μικρό κατάπλασμα.
Ω καλοσύνη, καλοσύνη
Γλυκά που μαζεύει από κάτω τα κομμάτια!
Τα γιαπωνέζικά μου μεταξωτά, απελπισμένες πεταλούδες,
Μπορεί να καρφιτσωθούν ανά πάσα στιγμή, αναίσθητες.
Και έρχεσαι λοιπόν, με ένα φλιτζάνι τσάι
Στεφανωμένη με τον ατμό.
Το αίμα που ξεπηδά είναι η ποίηση,
Δεν το σταματά τίποτε.
Μου δίνεις και δυο παιδιά, δυο τριαντάφυλλα.
BALLOONS
Since Christmas they have lived with us,
Guileless and clear,
Oval soul-animals,
Taking up half the space,
Moving and rubbing on the silk
Invisible air drifts,
Giving a shriek and pop
When attacked, then scooting to rest, barely trembling.
Yellow cathead, blue fish —
Such queer moons we live with
Instead of dead furniture!
Straw mats, white walls
And these traveling
Globes of thin air, red, green,
Delighting
The heart like wishes or free
Peacocks blessing
Old ground with a feather
Beaten in starry metals.
Your small
Brother is making
His balloon squeak like a cat.
Seeming to see
A funny pink world he might eat on the other side of it,
He bites,
Then sits
Back, fat jug
Contemplating a world clear as water.
A red
Shred in his little fist.
Μπαλόνια
Από τα Χριστούγεννα είναι που ζουν μαζί μας,
Άδολες και κατακάθαρες,
Οβάλ αδελφές ψυχές,
Που καταλαμβάνουν το μισό χώρο,
Κινούνται και τρίβονται στο μετάξι
Αόρατα ρεύματα αέρος
Βγάζουν μια στριγκλιά και σκάνε
‘Όταν τους επιτεθείς, ύστερα λακίζουν για να ξεκουραστούν, ίσα που τρέμουν.
Κίτρινο κεφάλι γάτας, μπλε ψάρι-
Με τέτοια αλλόκοτα φεγγάρια ζούμε
Αντί για ψόφια έπιπλα!
Ψάθινα χαλάκια, άσπροι τοίχοι
Και αυτές οι περιφερόμενες
Σφαίρες αέρα, κόκκινες, πράσινες,
Ικανοποιώντας
Την καρδιά σαν ευχές ή σαν ελεύθερα
Παγώνια που ευλογούν
Το πάτωμα με ένα φτερό
Στολισμένο με στρασάκια.
Ο μικρός σου
Αδελφός κάνει
Το μπαλόνι του να τσιρίζει σαν γάτα.
Φαίνεται θέλει να δει
‘Έναν αστείο ροζ κόσμο που θα μπορούσε να φάει στην άλλη του πλευρά.
Δαγκώνει,
Μετά κάθεται
Πίσω,  σαν βαριά κανάτα
Πίσω,  σαν βαριά κανάτα
Αναλογιζόμενος έναν κόσμο καθάριο σαν νερό
‘Ένα κόκκινο
Κουρελάκι στη μικρή του γροθιά.

Πέντε μεταφράσεις μου ποιημάτων της Αθηνάς Τιτάκη.

Πριν από ένα χρόνο περίπου, η αγαπημένη φίλη και ‘συνοδοιπόρος’ στη γραφή από την ομάδα μας την CRAFT, η Αθηνά Τιτάκη, της οποίας την συμβολική και λυρική ποίηση αγαπώ πολύ, μου είχε ζητήσει να μεταφράσω στα αγγλικά κάποια ποιήματά της, για να δημοσιευτούν σε καθιερωμένο ποιητικό ιστολόγιο της Αλβανίας, που φιλοξενεί ποιητές από διάφορες χώρες.
Τα πέντε αυτά ωραία ποιήματά της, σε απόδοσή μου λοιπόν στα Αγγλικά, δημοσιεύτηκαν τον Μάρτιο στο Atunis Poetry blog, και το αναρτώ σήμερα, με την ευκαιρία που διάβασα χθες ποίημά της στην εκδήλωση στου Γαβριηλίδη για νέους ποιητές.

 

By herself
I saw the glow, no complaints, I caught it.
The farmers had collected the straw piles
and the shots had been called for the winter.
I had no reason to worry
the wet clothes
perhaps a light cold too.
The only one I picked was the tree.
I know, you may say it was dangerous
but do find me a fashion in the rain
or another instinct except from running
-you get fed up even with that-
so I did not get how it selected me
upon which thought
which moment in time precisely.
It must have been the right one that is for sure
the time of release
if you regard it from the thunder’s point of view.
And we were so similar, like one self, like one
and so I was attacked, unsuspecting
me that I considered me to be ideal
albeit concealed.
I did not manage to hear the bang, I confess
no matter that he was my closest person.
Αφ’ ευατής
Την είδα τη λάμψη, δε λέω, πρόλαβα και την είδα.
Οι αγρότες είχαν μαζέψει τις αχυρόμπαλες
και τα κουμάντα είχαν γίνει για το χειμώνα.
Δεν είχα λόγο ν’ ανησυχώ
τα μουσκεμένα ρούχα
ίσως κι ένα ελαφρύ κρύωμα.
Το μόνο που διάλεξα το δέντρο.
Ξέρω, θα πείτε επικίνδυνο
αλλά βρείτε μου τρόπο στη βροχή
ή άλλο ένστικτο απ’ το να τρέχω
-ακόμα κι αυτό χορταίνεται-
κι ούτε κατάλαβα πώς με διάλεξε
σε ποια σκέψη απάνω
ποια ακριβώς στιγμή της ώρας.
Θα ήταν βέβαια η σωστή
η ώρα της εκτόνωσης
αν θα το δεις απ’ τη μεριά του κεραυνού.
Κι ήμασταν τόσο ίδιοι, σαν εαυτός, σαν ένας
κι έτσι μου επιτέθηκε, ανυποψίαστη
που τόσο με πίστευα ιδανική
κι όμως απόρρητη.
Δεν πρόλαβα ν’ ακούσω κρότο, το ομολογώ
κι ας ήταν ο πιο κοντινός μου άνθρωπος.
 
 
The Wiz
“ You do up your laces wrong”
said the man with the deep hat
and then got lost in the oven.
For days it had smelled something burning
as we constantly flapped our eyes
because the house was missing and reappearing
always holding though its yard inside
and the tree
the inclined road, the flowerbeds.
Someone said to us that this is how it is done
after every sacrifice of innocence
therefore after we paid our respects
to all the sad ones in exile
we ate at their table
we lay naked on their beds.
We kept the oven clean
as we expected other wizards with gifts to come
to tell us that we had rightfully loved
eating ready- made poisonous apples
the chocolate roof and the candy stairs
rubbing ash on our thighs
been kissed by statues during our sleep
the dwarves entering our belly.
We gave our voice to that one
who was once shouting that he buys old things
and we never cooked again.
 
Ο Μάγος
“Δένετε λάθος τα κορδόνια σας”
είπε ο μάγος με το βαθύ καπέλο
κι ύστερα χάθηκε μέσα στο φούρνο.
Για μέρες μύριζε καμένο
κι όλο πεταρίζαμε τα μάτια μας
γιατί το σπίτι χάνονταν κι εμφανιζόταν
όμως κρατούσε πάντα την αυλή του
και το δέντρο
την ανηφόρα, τα παρτέρια του.
Κάποιος μας είπε πως έτσι γίνεται
μετά από κάθε θυσία αθωότητας
κι αφού συλλυπηθήκαμε
όλους τους λυπημένους της ξενιτιάς
ύστερα φάγαμε στο τραπέζι τους
ξαπλώσαμε γυμνοί στο κρεβάτι τους.
Κρατήσαμε το φούρνο καθαρό
πως θα έρθουν άλλοι μάγοι με δώρα
για να μας πουν πως σωστά αγαπήσαμε
και τρώγαμε έτοιμα δηλητηριώδη μήλα
τη σοκολατένια σκεπή και τις ζαχαρωτές σκάλες
τρίβαμε τα μπούτια μας με στάχτη
μας φιλούσαν στον ύπνο αγάλματα
οι νάνοι έμπαιναν στην κοιλιά μας.
Δώσαμε τη φωνή μας σε αυτόν
που φώναζε πως παλιά αγοράζει
και δεν ξαναμαγειρέψαμε ποτέ.
 
Of the sea
I belittle the current’s own power
a wave far away from the shore.
I shall swallow tons of water
I will throw it up
probably a rescuer will be needed
and maybe even
something more than ten commandments
maybe again only freshly cut bamboos will be needed
a seagull and my left hand
the one that does not write well
and the voice of the dolphin that once spoke to me
about the plight of the empty fishnets
the unfulfilled murders
and the shark that I passed by
because it was only a beast.
Θαλασσινό
Υποτιμώ ακόμα τη δύναμη του ρεύματος
ένα κύμα μακριά από την ξηρά.
Θα καταπιώ τόνους νερό
θα το εμέσω
πιθανόν να χρειαστεί διασώστης
ίσως και κάτι παραπάνω από δέκα εντολές
ίσως πάλι να χρειαστούν μονάχα φρεσκοκομμένα μπαμπού
ένας γλάρος και το αριστερό μου χέρι
εκείνο που δεν γράφει καλά
και η φωνή του δελφινιού που κάποτε μου κουβέντιασε
για το δράμα των άδειων διχτυών
τους ανεκπλήρωτους φόνους
και για τον καρχαρία που προσπέρασα
γιατί ήταν απλά και μόνο ένα κήτος.
 
Formal plural
You ask me
“Dear, why try so hard?
And indeed, I don’t know how to answer
The snake was there, invisible as usual
I pretended I strolled over the fields
I picked carelessly the flowers.
I have got lots of vases
and it cannot be denied
arranging is a necessary habit.
Yet it did not see me either
nor did I notice
the moment I was stepping on its head
so it was needlessly sacrificed
on the altar of symbolism
although it only wished water to drink.
You are right about aimlessness.
Thus I think of ceasing to walk around
the flowers to leave to fade
and the snakes to their lives.
Come forward, I appreciate your company.
It is the vases I would recommend we break
in front of an old curiosity shop
in a totally terrorist way
because, as you know my dear fellows
some valuables
are neither sold, nor given away.
Πληθυντικός ευγενείας
Με ρωτάτε
“Αγαπητή, γιατί τόση προσπάθεια;”
Και πράγματι δε ξέρω ν’ απαντήσω.
Το φίδι ήταν εκεί, αόρατο ως συνήθως
μια βόλτα έκανα τάχα στους αγρούς
έκοβα αμέριμνη λουλούδια.
Έχω πολλά βάζα
κι όπως και να το κάνουμε
είν’ αναγκαίο συνήθειο το στόλισμα.
Όμως ούτε κι αυτό με είδε
ούτε κι εγώ αντιλήφθηκα
την ώρα που πατούσα το κεφάλι του
κι έτσι άδικα θυσιάστηκε
στο βωμό του συμβολισμού
κι ας ήθελε νερό να πιει μονάχα.
Έχετε δίκιο για το άσκοπο.
Έτσι λέω να σταματήσω την περιήγηση
τα λουλούδια ν’ αφήσω στο μάραμα
και τα φίδια στη ζωή τους.
Ελάτε, εκτιμώ την παρέα.
Τα βάζα θα πρότεινα να σπάσουμε
μπροστά σε κάποιο παλαιοπωλείο
εντελώς τρομοκρατικά
μιας και αγαπητοί γνωρίζετε
πως κάποια κειμήλια
ούτε πωλούνται, ούτε χαρίζονται.
 
 
 
Totem
There are those times
when I wish something to say
and those when I stay inside my drop
in the joy of the sea
in my holed boat.
And it is that forest
with the dense arbuti
and love’s totem rooted
an old moon’s
all too fresh shine.
And it is these columns
in a wayward town
with the threatening dwarves in the yards
the complicated mathematics
and the easily read funeral announcements.
And this mad voice
on the edge of a red feather
on the ultimate end of a humble dream
that simply says
“Come, we are late…”
 
Τοτέμ
Είναι κι εκείνες οι φορές
που κάτι θέλω να πω
κι εκείνες που μένω στη σταγόνα μου
στη χαρά ενός πελάγους
με το βαρκάκι τρύπιο.
Είναι κι εκείνο το δάσος
με τις πυκνές κουμαριές
και το τοτέμ της αγάπης ριζωμένο
ενός παλιού φεγγαριού
η ολόφρεσκη φέξη.
Είναι κι αυτές οι κολόνες
σε μια πόλη δύστροπη
με τους απειλητικούς νάνους στις αυλές
τα σύνθετα μαθηματικά
και τα ευανάγνωστα κηδειόχαρτα.
Κι αυτή η άγρια φωνή
στην άκρη ενός κόκκινου φτερού
στο έσχατο κάποιου ταπεινού ονείρου
που λέει απλά
“Έλα, αργήσαμε…”
TRANSLATION: IRINI VERGOPOULOU
 
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΙΡΗΝΗ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ

 

Seamus Heaney , «Summer 1969»

‘Summer 1969’ 

Seamus Heaney (1939-2013)


μετάφραση : Ειρήνη Βεργοπούλου.


[ Ένα ποίημα του μεγάλου Ιρλανδού ποιητή, εμπνευσμένο
από τις μεγάλες αναταραχές στη Βόρεια Ιρλανδία το καλοκαίρι του
1969, όταν συγκρούστηκαν οι Καθολικοί με τους Προτεστάντες, και αυτός
ήταν μακριά, παρακολουθώντας θλιμμένος τις εξελίξεις στη Μαδρίτη.
Έβρισκε καταφυγή στο Μουσείο του Πράδο, όπου ιδιαίτερα τον έλκυαν οι
Ζωγραφιές του Γκόγια, και κυρίως η ‘Τρίτη του Μαίου’.]

Πρώτη δημοσίευση  της μετάφρασης :

http://varelaki.blogspot.gr/2016/06/notationes-ka-2016_14.html

 

 

thumbnail_heaney-74488179_52711c

 

 

Ενώ η Χωροφυλακή προστάτευε τον όχλο
Πυροβολώντας στην περιοχή Falls, εγώ το μόνο που υπέφερα
Ήταν ο μαινόμενος ήλιος της Μαδρίτης.
Κάθε απόγευμα, μέσα στη σαν σε χύτρα ζέστη
Του διαμερίσματος, καθώς ίδρωνα να βγάλω το δρόμο
Της ζωής του Τζόυς, και μπόχα από την ψαραγορά
Αναδυόταν, όπως η βρώμα από το λιναροπήγαδο.
Τη νύχτα στο μπαλκόνι, κόκκινα βάμματα κρασιού,
Μια αίσθηση παιδιών στις σκοτεινές γωνίες τους,
Γριές γυναίκες με μαύρα σάλια στα ανοιχτά παράθυρα,
Ο αέρας ένα φαράγγι με τον ποταμό των Ισπανικών να ρέει μέσα του.
Μιλούσαμε σε όλο το δρόμο γυρνώντας σπίτι μέσα από ξάστερες πεδιάδες
‘Οπου το χαρακτηριστικό δέρμα της Εθνοφρουράς
Γυάλιζε σαν τις κοιλιές των ψαριών στα βρωμερά από λινάρι νερά.
»Γύρνα πίσω», ένας μου είπε, »προσπάθησε να αγγίξεις τους ανθρώπους»
΄Ενας άλλος φαντάστηκε τον Λόρκα να κατεβαίνει από τον λόφο του.
Παρακολουθούσαμε υπομονετικά για αριθμούς νεκρών και ρεπορτάζ για ταυρομαχίες.
Στην τηλεόραση, διασημότητες
Ερχόντουσαν από εκεί που όντως συνέβαιναν τα πράγματα.

 

Eγώ κατέφυγα στη δροσιά του Πράδο. Του Γκόγια οι ‘Πυροβολισμοί της 3ης Μαίου’
Κάλυπταν έναν τοίχο -τα σηκωμένα χέρια
Και ο σπασμός του αντάρτη, οι κρανιοφόροι
Με τα σακίδια στην πλάτη στρατιώτες, το αποτελεσματικό
Γάζωμα του αποσπάσματος. Στο επόμενο δωμάτιο,
Οι εφιάλτες του, μπολιασμένοι στον τοίχο του παλατιού, –
Μαύροι Κυκλώνες, ορμούν, ξεσπούν. Ο Κρόνος
Κοσμημένος με το αίμα των ολόδικών του παιδιών
Το Γιγάντιο Χάος στρέφοντας τους κτηνώδεις γοφούς του
Στον κόσμο. Και ακόμα, εκείνος ο τσακωμός
‘Οπου δυο αλλόφρονες βαράν ο ένας τον άλλο μέχρι θανάτου
Για την τιμή τους, χωμένοι μέχρι τα γόνατα στις λάσπες, βουλιάζοντας.
Ζωγράφιζε με τις γροθιές του και τους αγκώνες του, κυματίζοντας
Την ματωμένη κάπα της καρδιάς του καθώς η ιστορία ορμούσε.

 

 

1280px-El_Tres_de_Mayo,_by_Francisco_de_Goya,_from_Prado_thin_black_margin

 

While the Constabulary covered the mob
Firing into the Falls, I was suffering
Only the bullying sun of Madrid.
Each afternoon, in the casserole heat
Of the flat, as I sweated my way through
The life of Joyce, stinks from the fishmarket
Rose like the reek off a flax-dam.
At night on the balcony, gules of wine,
A sense of children in their dark corners,
Old women in black shawls near open windows,
The air a canyon rivering in Spanish.

We talked our way home over starlit plains
Where patent leather of the Guardia Civil
Gleamed like fish-bellies in flax-poisoned waters.
‘Go back,’ one said, ‘try to touch the people.’
Another conjured Lorca from his hill.
We sat through death-counts and bullfight reports
On the television, celebrities
Arrived from where the real thing still happened.

I retreated to the cool of the Prado.
Goya’s ‘Shootings of the Third of May’
Covered a wall—the thrown-up arms
And spasm of the rebel, the helmeted
And knapsacked military, the efficient
Rake of the fusillade. In the next room,
His nightmares, grafted to the palace wall—
Dark cyclones, hosting, breaking; Saturn
Jewelled in the blood of his own children,
Gigantic Chaos turning his brute hips
Over the world. Also, that holmgang
Where two berserks club each other to death
For honour’s sake, greaved in a bog, and sinking.
He painted with his fists and elbows, flourished
The stained cape of his heart as history charged.

Post Navigation

Αρέσει σε %d bloggers: