Ειρήνη Βεργοπούλου

A LITTLE madness in the Spring

artwork-of-the-month-MAY-inside

 

Με ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον, που έγραψε από κάτι για τα πάντα στην ανθρώπινη ύπαρξη,
και σε απόδοση στα ελληνικά δική μου.
-πάντα με κάποιο ρίσκο, όταν είναι να αποδώσεις τον ιδιοφυή λόγο της.

[*Ο πίνακας είναι του Charles Daniel Ward, Βρετανού, (1872-1935) : «The Progress of Spring», 1905, μουσείο Dahesh, Νέα Υόρκη.]

A LITTLE madness in the Spring
Is wholesome even for the King,
But God be with the Clown,
Who ponders this tremendous scene—
This whole experiment of green,
As if it were his own!

Την ‘Ανοιξη η τρέλα ολίγον
είναι ακόμα και για τον βασιλιά επείγον,
Μα ο Θεός με τον Κλόουν να σταθεί
Που το τεράστιο ετούτο ζυγιάζει σκηνικό-
Αυτό όλο το πράσινο το πειραματικό,
Και που όλο δικό του ότι είναι το νοεί!

Advertisements

Ακίρα Κουροσάουα

dimart

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 23 Μαρτίου του 1910, γεννήθηκε στο Τόκιο ο Ακίρα Κουροσάουα (黒澤 明). Ένα φωτογραφικό αφιέρωμα στη ζωή και έργο το ενός  κινηματογραφικού γίγαντα, με επιμέλεια της Ειρήνης Βεργοπούλου.

01

Η εμβληματική σκηνή στο τέλος του «Θρόνου του Αίματος», με τον πληγωμένο άρχοντα Γουασίζου/Μάκβεθ.

02

O Κουροσάουα επί τω έργω, σε μέση ηλικία, με το χαρακτηριστικό κασκέτο, που το είχε αντιγράψει από τον σκηνοθέτη Τζων Φορντ.

03

To 1957, σε επίσκεψη του Κουροσάουα στην Αμερική, δίπλα στον Τζων Φορντ.

04

Ο Ακίρα τριών ετών, είκοσι, και κοντά στα τριάντα.

05

Βοηθός σκηνοθέτη στο «Ο θρύλος των αλητών», το 1937.

06

Με τον μέντορά του, Καχίρο Γιαμαμότο, δίπλα στον οποίο μαθήτευσε και δούλεψε σε 17 ταινίες ως βοηθός σκηνοθέτη, προπολεμικά.

07

Στο σετ του «Δεν λυπάμαι τα νιάτα μου», 1946.

08

Ο Κουροσάουα (αριστερά) με τον Μιφούνε, κάποτε στη Ρώμη.

09

«Σκάνδαλο», 1950.  (Τοσίρο Μιφούνε, Σίρλεϋ Γιαμαγκούτσι).

11

«Λυσσασμένος σκύλος», 1949. Τοσίρο Μιφούνε, Τακάσι Σιμούρα.

121314

«Ρασομόν», 1950. Η ταινία που τον…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 248 επιπλέον λέξεις

Στην αρχή, και πριν το τέλος: τρία ποιήματα της Σύλβια Πλαθ, από την εφηβεία της έως και λίγο πριν την «φυγή» της.

 

http://varelaki.blogspot.gr/2017/08/blog-post_22.html

Ροσινιόλ

diafimistiki_afisa_rosiniol0

 

Ροσινιόλ.

Rossignol, θα πει αηδόνι στα Γαλλικά.

Το urban dictionary μας λέει
ότι έτσι λένε και τους αχαλίνωτους τύπους και τύπισσες,
καμιά φορά, στα Αγγλικά.

Πιο πεζά όμως, είναι μια γέφυρα κάπου, 
στα Ελληνικά.

Εχθές εκεί,
ξανάειδα και πόνεσα τον ίδιο επαίτη 
που μου έχει και άλλοτε την προσοχή τραβήξει.

Ένα σώμα που το λες κανονικό, αλλά με πόδια μισά.
‘Οχι, δεν τα λες παιδικά,
τα λες ότι είναι και καλλιτεχνικά.

Είναι ένας Τουλουζ Λωτρέκ της επαιτείας, 
ένας επαγγελματίας,
που τον έχουνε υποθέτω έτσι τοποθετήσει
ώστε νευρικά και ακατάληπτα ως Ερινύα
πίσω από το ερμητικό σου τζάμι να ηχεί,
όσο προλάβει ο ατυχής, πριν ανάψει το φανάρι.
Δεν τον κάνω πάνω από σαράντα.

Πόσο να ήταν άραγε ο Σομπλάν;

Ωστόσο, λάθος ξεκίνησα το συνειρμό.

Ας ξαναπροσπαθήσω, 
όσο τα λεπτά μου 
απ’ την εθνική λίγα μέτρα πιο δώθε,
μαραζώνουν.

Ο αυτόχειρας Ροσινιόλ Σομπλάν
‘Εζησε στ’αλήθεια; Ρωτώ.
Ποιος έγραψε στη Wikipedia για αυτόν,
ποιος ο άγνωστος λημματογράφος;

Καημένε , ίσως ανύπαρκτε, Σομπλάν, 
παιδί των γεφυριών και εσύ, 
επαίτης στοργής επίσης , 
που σε αγαπούσαν οι ποδοσφαιρισταί
αν και ήσουν ιντελλεκτουέλ.

‘Επεσες από τη γέφυρα όντως,

μιαν 11η Σεπτεμβρίου του 1936;

«Αγνωστοι οι λόγοι»: 
δυνητικά, μπορεί να είναι πολλοί και διαφορετικοί.

Σερσέ λα φαμ μου ακούγεται εν τούτοις, 
γιατί στους καιρούς σου ήταν εκείνα βλέπεις δύσκολα,
και εσύ έχασες έτσι για πλάκα τη ζωή σου, 
πετώντας το κορμί σου χάμω,

Εντεκάτη Σεπτεμβρίου: ημερομηνία πτώσης που διάλεξες 
βρε μπαγάσα, 
χωρίς για τους μέλλοντες καιρούς να ξέρεις.

Μην πας όμως μακριά: 
Νεαρέ φιλέλληνα,
οπαδέ του Ατρομήτου, φιλαράκι των λαϊκών παιδιών
[μα γιατί σου ήταν αυτά ελάχιστα;]

εσύ έπεσες νωρίς.

‘Επεσες νωρίς και γλίτωσες πρόωρα, 
όσα έγιναν ύστερα μνήμες τραχιές.
‘Εχασες τόσα θεάματα, τόσα κρεματόρια, 
τους εμφύλιους,
τις φυλακές,
φωτιές και σούσουρα και καταστροφές, 
τι να σου λέω τώρα.

Μπορεί στην τελική βέβαια,
αν πράγματι έζησες,
να ήθελες λίγο και σε μύθο να πλαστείς.

Ανόητε.
Κανείς απ’ τους πολλούς δεν ασχολείται
με ετυμολογίες ονομασιών και δρόμων.

Μόνο κάποιοι περίεργοι σαν και μένα,

οδηγοί και περιπατητές 
εγκλωβισμένοι κατά τα άλλα.
που και συ στα νιάτα σου,
μάλλον δεν θα μας έκανες, λόγω ανίας,

καθόλου παρέα.

 

Emily Dickinson (1830-1886) /// Dear March – Come in – ( no1320)

 

http://varelaki.blogspot.gr/2018/03/emily-dickinson-1830-1886-dear-march.html

 

 

Ray Bradbury, ο sci-fi παραμυθάς

Source: Ray Bradbury, ο sci-fi παραμυθάς

Σύλβια Πλαθ στην αρχή, και λίγο πριν το τέλος: Τρια ποιήματα.

[ ‘Ενα μικρό αφιέρωμά μου στη Σύλβια Πλαθ, με απόδοσή μου  τριών ποιημάτων της, που δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό ιστολόγιο «Βαρελάκι», της Ασημίνας Ξηρογιάννη]

 

Sylvia_Plath_Letters_Home

 

Η βασανισμένη αλλά ιδιοφυής Σύλβια Πλαθ (1932-1963),  δεν παύει να συγκινεί το κοινό της ποίησης, αλλά και να αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο μέσα από τις καινούργιες και συνεχιζόμενες εκτιμήσεις των κριτικών και από τις έρευνες, τα ανανεωμένα άρθρα  και  τις αποτιμήσεις του σημαντικού έργου της. Αυτόν τον καιρό  για παράδειγμα “τρέχει” στην Ουάσινγκτον μια έκθεση με αντικείμενα από τη ζωή της και ζωγραφιές της ιδίας, ενώ ένα μεγάλο συνέδριο για αυτήν προετοιμάζεται στο Ωλστερ της Ιρλανδίας για τον Νοέμβριο.
Τα δείγματα του πηγαίου και τεράστιου ταλέντου της στη γραφή, όπως και η βαθιά ευαισθησία της πάνω στα πράγματα, στις αισθήσεις, στη ζωή, μα και οι αρχές της κατάθλιψής της δυστυχώς που θα την ταλάνιζε για πάντα, όλα αυτά λοιπόν ήταν εμφανή από τα εφηβικά της χρόνια. Για όσους, και είναι πολλοί, αγαπούν την ποιητική της έκφραση, είναι εξόχως συγκινητική η ανάγνωση των  πολλών γραμμάτων που  η Σύλβια  έγραφε προς την οικογένειά της στα χρόνια από την εφηβεία έως και το τέλος της ζωής της, και τα οποία τα εξέδωσε συγκεντρωμένα σε τόμο η μητέρα της Ωρέλια Πλαθ το 1975, υπό το τίτλο «Γράμματα στο σπίτι: Αλληλογραφία 1950-1963». Στα γράμματα αυτά, μπορεί να παρακολουθήσει κανείς τον τρόπο που ήδη συνελάμβανε την πραγματικότητα η νεαρή Πλαθ, ποιες ήταν οι ανησυχίες της, και πώς εξελισσόταν η σκέψη της.
Σε ένα μικρό και απλό ποίημα που έγραψε περίπου στα 17 της, και το οποίο η Ωρέλια περιλαμβάνει στον πρόλογο της έκδοσης, η Σύλβια έγραφε:
You ask me why I spend my life writing?
Do I find entertainment?
Is it worthwhile?
Above all, does it pay?
If not, then, is there a reason? …
I write only because
There is a voice within me
That will not be still.
Με ρωτάς γιατί περνώ τη ζωή μου γράφοντας;
Αν βρίσκω διασκέδαση;
Αν αξίζει;
Και πάνω από όλα, αν πληρώνομαι για  αυτό;
Αν όχι, τότε, υπάρχει λόγος;…
Γράφω μόνο επειδή

Υπάρχει μια φωνή μέσα μου.

 

 

 

 

   Μετά το σχολείο, η Πλαθ εγγράφηκε στο Κολέγιο Σμιθ στη Μασαχουσέτη, όπου αμέσως τα ποιήματά της διακρίθηκαν και εντυπωσίασε. Από τότε υπάρχει και το παρακάτω ζωγραφικό σχέδιο (από κάποια Stookie Allen) που την απεικονίζει, το οποίο  είχε αναρτηθεί στον πίνακα ανακοινώσεων του Κολεγίου και  που μιλά για «Εφηβικούς θριάμβους», αφού δυο ποιήματα της νεαρής φοιτήτριας είχαν ήδη δημοσιευτεί σε πανεθνικής εμβέλειας περιοδικά.
sylviaplath_cartoon.jpg
YWsyTVeCtC6UQDlUEi1tPQ!CsLFoPGe!+5lp3XPEwiPnp8wNdLZr6A3GrAstKKtpXqzCzid5HPMGevcK1sIpnajLVVMFPUS1ciqAgnzcF7c=

Κάνοντας ένα χρονικό άλμα μπροστά, ξέρουμε ότι ύστερα από πολλή “κατάθεση” νου και ψυχής στην ποίηση, αφήνοντάς μας παρακαταθήκη εξαίρετα γραπτά, η Σύλβια θα αυτοκτονούσε εισπνέοντας υγραέριο, εγκλωβισμένη σε μια μόνιμη κατάσταση κατάθλιψης, που η ύπαρξη των δυο παιδιών της δεν μπορούσε να αναχαιτίσει. ‘Ένα σύνολο από 274 ποιήματά της συγκέντρωσε ο σύζυγός της Τεντ Χιούτζ στο συγκεντρωτικό τόμο The Collected Poems  το 1981, και ο οποίος τόμος βραβεύτηκε με το Πούλιτζερ ποίησης.

Στον τόμο αυτό, υπάρχουν και δυο ποιήματα που η Σύλβια συνέγραψε λίγες μόλις μέρες πριν αυτοκτονήσει και τα οποία, παρ όλη την απαισιοδοξία και μελαγχολία που την κατέτρυχε, σφύζουν ωστόσο από ζωηράδα, εικόνες, και θετική στάση απέναντι στη ζωή. 

KINDNESS
Kindness glides about my house.
Dame Kindness, she is so nice!
The blue and red jewels of her rings smoke
In the windows, the mirrors
Are filling with smiles.
What is so real as the cry of a child?
A rabbit’s cry may be wilder
But it has no soul.
Sugar can cure everything, so Kindness says.
Sugar is a necessary fluid,
Its crystals a little poultice.
O kindness, kindness
Sweetly picking up pieces!
My Japanese silks, desperate butterflies,
May be pinned any minute, anesthetized.
And here you come, with a cup of tea
Wreathed in steam.
The blood jet is poetry,
There is no stopping it.
You hand me two children, two roses.
Καλοσύνη
Η καλοσύνη γλιστρά ολόγυρα στο σπίτι μου
Η Κυρά Καλοσύνη, είναι τόσο γλυκιά!
Τα μπλε και κόκκινα πετράδια των δακτυλιδιών της καπνίζουν
Στα παράθυρα, οι καθρέπτες
Γεμίζονται με χαμόγελα.
Τι είναι τόσο πραγματικό όσο η κραυγή ενός παιδιού;
Η κραυγή ενός λαγού μπορεί να είναι πιο άγρια
Αλλά δεν έχει ψυχή.
Η Ζάχαρη μπορεί να γιάνει τα πάντα, λέει η Καλοσύνη.
Η Ζάχαρη είναι ένα αναγκαίο υγρό,
Οι κρύσταλλοί της ένα μικρό κατάπλασμα.
Ω καλοσύνη, καλοσύνη
Γλυκά που μαζεύει από κάτω τα κομμάτια!
Τα γιαπωνέζικά μου μεταξωτά, απελπισμένες πεταλούδες,
Μπορεί να καρφιτσωθούν ανά πάσα στιγμή, αναίσθητες.
Και έρχεσαι λοιπόν, με ένα φλιτζάνι τσάι
Στεφανωμένη με τον ατμό.
Το αίμα που ξεπηδά είναι η ποίηση,
Δεν το σταματά τίποτε.
Μου δίνεις και δυο παιδιά, δυο τριαντάφυλλα.
BALLOONS
Since Christmas they have lived with us,
Guileless and clear,
Oval soul-animals,
Taking up half the space,
Moving and rubbing on the silk
Invisible air drifts,
Giving a shriek and pop
When attacked, then scooting to rest, barely trembling.
Yellow cathead, blue fish —
Such queer moons we live with
Instead of dead furniture!
Straw mats, white walls
And these traveling
Globes of thin air, red, green,
Delighting
The heart like wishes or free
Peacocks blessing
Old ground with a feather
Beaten in starry metals.
Your small
Brother is making
His balloon squeak like a cat.
Seeming to see
A funny pink world he might eat on the other side of it,
He bites,
Then sits
Back, fat jug
Contemplating a world clear as water.
A red
Shred in his little fist.
Μπαλόνια
Από τα Χριστούγεννα είναι που ζουν μαζί μας,
Άδολες και κατακάθαρες,
Οβάλ αδελφές ψυχές,
Που καταλαμβάνουν το μισό χώρο,
Κινούνται και τρίβονται στο μετάξι
Αόρατα ρεύματα αέρος
Βγάζουν μια στριγκλιά και σκάνε
‘Όταν τους επιτεθείς, ύστερα λακίζουν για να ξεκουραστούν, ίσα που τρέμουν.
Κίτρινο κεφάλι γάτας, μπλε ψάρι-
Με τέτοια αλλόκοτα φεγγάρια ζούμε
Αντί για ψόφια έπιπλα!
Ψάθινα χαλάκια, άσπροι τοίχοι
Και αυτές οι περιφερόμενες
Σφαίρες αέρα, κόκκινες, πράσινες,
Ικανοποιώντας
Την καρδιά σαν ευχές ή σαν ελεύθερα
Παγώνια που ευλογούν
Το πάτωμα με ένα φτερό
Στολισμένο με στρασάκια.
Ο μικρός σου
Αδελφός κάνει
Το μπαλόνι του να τσιρίζει σαν γάτα.
Φαίνεται θέλει να δει
‘Έναν αστείο ροζ κόσμο που θα μπορούσε να φάει στην άλλη του πλευρά.
Δαγκώνει,
Μετά κάθεται
Πίσω,  σαν βαριά κανάτα
Πίσω,  σαν βαριά κανάτα
Αναλογιζόμενος έναν κόσμο καθάριο σαν νερό
‘Ένα κόκκινο
Κουρελάκι στη μικρή του γροθιά.

Αναζητώντας διαρκώς τη Σύλβια Πλαθ

dimart

“One Life: Sylvia Plath”. Μια έκθεση στην Ουάσινγκτον με πίνακες, σχέδια και αντικείμενά της, που φωτίζουν καλύτερα τις σκιές της.

—της Ειρήνης Βεργοπούλου—

Πενήντα και βάλε χρόνια μετά την αυτοκτονία της, στην εξαιρετικά νεαρή ηλικία των 31 ετών, η ποίηση, τα γραπτά, η ζωή αυτή καθ’ εαυτή της ιδιοφυούς αμερικανίδας ποιήτριας Σύλβια Πλαθ (1932-1963) συνεχίζει να συναρπάζει, να γοητεύει, να δημιουργεί απορίες αλλά και να αποκωδικοποιείται από τους ερευνητές της σύγχρονης λογοτεχνίας. Οι δεκαετίες που περνούν καθιστούν το έργο της όλο και πιο έγκυρο, και πιο αναγνωρισμένο, ως αναπόσπαστο κομμάτι της εξέλιξης της αγγλόφωνης γραφής στον 20ό αιώνα, και σαφώς ανθεκτικό στο πέρασμα των ετών. Η Πλαθ έγραφε –με έναν τρόπο που και σήμερα είναι αξιανάγνωστος και σύγχρονος– για να εκφράσει και να καταπολεμήσει τους προσωπικούς της δαίμονες, καταθέτοντας, επιπλέον, με τρυφερότητα την καθημερινότητά της, με μια ευρηματικότητα που καταδείκνυε ένα ρωμαλέο πρωτογενές ταλέντο. Ποτέ δεν θα μάθουμε πόσα ακόμα…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 532 επιπλέον λέξεις

Ο Hitch ως Hitch

dimart

Φωτογραφίες από τις «cameo» εμφανίσεις του Alfred Hitchcock στις ταινίες του

—της Ειρήνης Βεργοπούλου—

Ό,τι και να θες να γράψεις για τον άρχοντα του suspense —και εκ των μέγιστων σκηνοθετών και ανανεωτών της τεχνικής του κινηματογράφου, που γεννήθηκε σαν σήμερα, 13 Αυγούστου 1899 και πέθανε στις 29 Απριλίου 1980— δεν χωράει σε ένα άρθρο: όλο και κάτι θα μείνει απέξω από την έκταση του έργου του, τους υπόγειους συμβολισμούς του, την επιρροή του στην ιστορία του σινεμά, αλλά και από τις ενστάσεις για τον χαρακτήρα του κ.λπ.

‘Ισως οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί: εξήντα χρόνια καριέρα, σχεδόν άλλες τόσες ταινίες, τέσσερα ντοκιμαντέρ, μια εκτενής τηλεοπτική σειρά. Και φυσικά, πλήθος αναλυτικά κείμενα και τοποθετήσεις από μεταγενέστερούς του σκηνοθέτες, κριτικούς, θεωρητικούς, όπως επίσης  εκατοντάδες εκατομμύρια θεατές με ορθάνοιχτα μάτια και πάλλουσα, από το  αγωνιώδες ενδιαφέρον,  καρδιά. Τα βραβεία πολύ λιγότερα, η αποδοχή όμως από τη διαχρονικότητα σαφέστερη αυτών.

Χαρακτηριστικές και θρυλικές, πάντως, έχουν…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 444 επιπλέον λέξεις

Η επανάσταση θέλει τέχνη

Source: Η επανάσταση θέλει τέχνη

Πέντε μεταφράσεις μου ποιημάτων της Αθηνάς Τιτάκη.

Πριν από ένα χρόνο περίπου, η αγαπημένη φίλη και ‘συνοδοιπόρος’ στη γραφή από την ομάδα μας την CRAFT, η Αθηνά Τιτάκη, της οποίας την συμβολική και λυρική ποίηση αγαπώ πολύ, μου είχε ζητήσει να μεταφράσω στα αγγλικά κάποια ποιήματά της, για να δημοσιευτούν σε καθιερωμένο ποιητικό ιστολόγιο της Αλβανίας, που φιλοξενεί ποιητές από διάφορες χώρες.
Τα πέντε αυτά ωραία ποιήματά της, σε απόδοσή μου λοιπόν στα Αγγλικά, δημοσιεύτηκαν τον Μάρτιο στο Atunis Poetry blog, και το αναρτώ σήμερα, με την ευκαιρία που διάβασα χθες ποίημά της στην εκδήλωση στου Γαβριηλίδη για νέους ποιητές.

 

By herself
I saw the glow, no complaints, I caught it.
The farmers had collected the straw piles
and the shots had been called for the winter.
I had no reason to worry
the wet clothes
perhaps a light cold too.
The only one I picked was the tree.
I know, you may say it was dangerous
but do find me a fashion in the rain
or another instinct except from running
-you get fed up even with that-
so I did not get how it selected me
upon which thought
which moment in time precisely.
It must have been the right one that is for sure
the time of release
if you regard it from the thunder’s point of view.
And we were so similar, like one self, like one
and so I was attacked, unsuspecting
me that I considered me to be ideal
albeit concealed.
I did not manage to hear the bang, I confess
no matter that he was my closest person.
Αφ’ ευατής
Την είδα τη λάμψη, δε λέω, πρόλαβα και την είδα.
Οι αγρότες είχαν μαζέψει τις αχυρόμπαλες
και τα κουμάντα είχαν γίνει για το χειμώνα.
Δεν είχα λόγο ν’ ανησυχώ
τα μουσκεμένα ρούχα
ίσως κι ένα ελαφρύ κρύωμα.
Το μόνο που διάλεξα το δέντρο.
Ξέρω, θα πείτε επικίνδυνο
αλλά βρείτε μου τρόπο στη βροχή
ή άλλο ένστικτο απ’ το να τρέχω
-ακόμα κι αυτό χορταίνεται-
κι ούτε κατάλαβα πώς με διάλεξε
σε ποια σκέψη απάνω
ποια ακριβώς στιγμή της ώρας.
Θα ήταν βέβαια η σωστή
η ώρα της εκτόνωσης
αν θα το δεις απ’ τη μεριά του κεραυνού.
Κι ήμασταν τόσο ίδιοι, σαν εαυτός, σαν ένας
κι έτσι μου επιτέθηκε, ανυποψίαστη
που τόσο με πίστευα ιδανική
κι όμως απόρρητη.
Δεν πρόλαβα ν’ ακούσω κρότο, το ομολογώ
κι ας ήταν ο πιο κοντινός μου άνθρωπος.
 
 
The Wiz
“ You do up your laces wrong”
said the man with the deep hat
and then got lost in the oven.
For days it had smelled something burning
as we constantly flapped our eyes
because the house was missing and reappearing
always holding though its yard inside
and the tree
the inclined road, the flowerbeds.
Someone said to us that this is how it is done
after every sacrifice of innocence
therefore after we paid our respects
to all the sad ones in exile
we ate at their table
we lay naked on their beds.
We kept the oven clean
as we expected other wizards with gifts to come
to tell us that we had rightfully loved
eating ready- made poisonous apples
the chocolate roof and the candy stairs
rubbing ash on our thighs
been kissed by statues during our sleep
the dwarves entering our belly.
We gave our voice to that one
who was once shouting that he buys old things
and we never cooked again.
 
Ο Μάγος
“Δένετε λάθος τα κορδόνια σας”
είπε ο μάγος με το βαθύ καπέλο
κι ύστερα χάθηκε μέσα στο φούρνο.
Για μέρες μύριζε καμένο
κι όλο πεταρίζαμε τα μάτια μας
γιατί το σπίτι χάνονταν κι εμφανιζόταν
όμως κρατούσε πάντα την αυλή του
και το δέντρο
την ανηφόρα, τα παρτέρια του.
Κάποιος μας είπε πως έτσι γίνεται
μετά από κάθε θυσία αθωότητας
κι αφού συλλυπηθήκαμε
όλους τους λυπημένους της ξενιτιάς
ύστερα φάγαμε στο τραπέζι τους
ξαπλώσαμε γυμνοί στο κρεβάτι τους.
Κρατήσαμε το φούρνο καθαρό
πως θα έρθουν άλλοι μάγοι με δώρα
για να μας πουν πως σωστά αγαπήσαμε
και τρώγαμε έτοιμα δηλητηριώδη μήλα
τη σοκολατένια σκεπή και τις ζαχαρωτές σκάλες
τρίβαμε τα μπούτια μας με στάχτη
μας φιλούσαν στον ύπνο αγάλματα
οι νάνοι έμπαιναν στην κοιλιά μας.
Δώσαμε τη φωνή μας σε αυτόν
που φώναζε πως παλιά αγοράζει
και δεν ξαναμαγειρέψαμε ποτέ.
 
Of the sea
I belittle the current’s own power
a wave far away from the shore.
I shall swallow tons of water
I will throw it up
probably a rescuer will be needed
and maybe even
something more than ten commandments
maybe again only freshly cut bamboos will be needed
a seagull and my left hand
the one that does not write well
and the voice of the dolphin that once spoke to me
about the plight of the empty fishnets
the unfulfilled murders
and the shark that I passed by
because it was only a beast.
Θαλασσινό
Υποτιμώ ακόμα τη δύναμη του ρεύματος
ένα κύμα μακριά από την ξηρά.
Θα καταπιώ τόνους νερό
θα το εμέσω
πιθανόν να χρειαστεί διασώστης
ίσως και κάτι παραπάνω από δέκα εντολές
ίσως πάλι να χρειαστούν μονάχα φρεσκοκομμένα μπαμπού
ένας γλάρος και το αριστερό μου χέρι
εκείνο που δεν γράφει καλά
και η φωνή του δελφινιού που κάποτε μου κουβέντιασε
για το δράμα των άδειων διχτυών
τους ανεκπλήρωτους φόνους
και για τον καρχαρία που προσπέρασα
γιατί ήταν απλά και μόνο ένα κήτος.
 
Formal plural
You ask me
“Dear, why try so hard?
And indeed, I don’t know how to answer
The snake was there, invisible as usual
I pretended I strolled over the fields
I picked carelessly the flowers.
I have got lots of vases
and it cannot be denied
arranging is a necessary habit.
Yet it did not see me either
nor did I notice
the moment I was stepping on its head
so it was needlessly sacrificed
on the altar of symbolism
although it only wished water to drink.
You are right about aimlessness.
Thus I think of ceasing to walk around
the flowers to leave to fade
and the snakes to their lives.
Come forward, I appreciate your company.
It is the vases I would recommend we break
in front of an old curiosity shop
in a totally terrorist way
because, as you know my dear fellows
some valuables
are neither sold, nor given away.
Πληθυντικός ευγενείας
Με ρωτάτε
“Αγαπητή, γιατί τόση προσπάθεια;”
Και πράγματι δε ξέρω ν’ απαντήσω.
Το φίδι ήταν εκεί, αόρατο ως συνήθως
μια βόλτα έκανα τάχα στους αγρούς
έκοβα αμέριμνη λουλούδια.
Έχω πολλά βάζα
κι όπως και να το κάνουμε
είν’ αναγκαίο συνήθειο το στόλισμα.
Όμως ούτε κι αυτό με είδε
ούτε κι εγώ αντιλήφθηκα
την ώρα που πατούσα το κεφάλι του
κι έτσι άδικα θυσιάστηκε
στο βωμό του συμβολισμού
κι ας ήθελε νερό να πιει μονάχα.
Έχετε δίκιο για το άσκοπο.
Έτσι λέω να σταματήσω την περιήγηση
τα λουλούδια ν’ αφήσω στο μάραμα
και τα φίδια στη ζωή τους.
Ελάτε, εκτιμώ την παρέα.
Τα βάζα θα πρότεινα να σπάσουμε
μπροστά σε κάποιο παλαιοπωλείο
εντελώς τρομοκρατικά
μιας και αγαπητοί γνωρίζετε
πως κάποια κειμήλια
ούτε πωλούνται, ούτε χαρίζονται.
 
 
 
Totem
There are those times
when I wish something to say
and those when I stay inside my drop
in the joy of the sea
in my holed boat.
And it is that forest
with the dense arbuti
and love’s totem rooted
an old moon’s
all too fresh shine.
And it is these columns
in a wayward town
with the threatening dwarves in the yards
the complicated mathematics
and the easily read funeral announcements.
And this mad voice
on the edge of a red feather
on the ultimate end of a humble dream
that simply says
“Come, we are late…”
 
Τοτέμ
Είναι κι εκείνες οι φορές
που κάτι θέλω να πω
κι εκείνες που μένω στη σταγόνα μου
στη χαρά ενός πελάγους
με το βαρκάκι τρύπιο.
Είναι κι εκείνο το δάσος
με τις πυκνές κουμαριές
και το τοτέμ της αγάπης ριζωμένο
ενός παλιού φεγγαριού
η ολόφρεσκη φέξη.
Είναι κι αυτές οι κολόνες
σε μια πόλη δύστροπη
με τους απειλητικούς νάνους στις αυλές
τα σύνθετα μαθηματικά
και τα ευανάγνωστα κηδειόχαρτα.
Κι αυτή η άγρια φωνή
στην άκρη ενός κόκκινου φτερού
στο έσχατο κάποιου ταπεινού ονείρου
που λέει απλά
“Έλα, αργήσαμε…”
TRANSLATION: IRINI VERGOPOULOU
 
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΙΡΗΝΗ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ

 

«Non exiguum temporis habemus, sed multum perdimus»

tumblr_o0ditbvVMz1tpd6amo1_1280.jpg

Είναι ούτως ή άλλως δυσκολότατη η επαρκής διαχείριση της κάθε πολύτιμης μέρας. Και, για τις θαυμαστά τεράστιες μέρες των αρχών του καλοκαιριού, νιώθεις ήδη την πικρία που αρχίζουν και κονταίνουν. ‘Ερχονται μια φορά το χρόνο, και αναχωρούν, χωρίς ποτέ από αυτές να έχεις αντλήσει όσα θα ‘θελες. Δυο φορές μεγαλύτερη άρα η αγωνία της απάντησης στο σταθερό ερώτημα «μα, πού πήγε η μέρα μου;»
Τότε, ο Σενέκας μπορεί να σου έλεγε: «Non exiguum temporis habemus, sed multum perdimus» [*Ουχί ολίγον χρόνον έχομεν, αλλά πολύν χάνομεν]

 

diPαίγνιον 2017, Βίντεο

Η συμμετοχή μου ( στο 10.18 ) στο λογο-παιγνίδι που οργάνωσε η ανθολογία dipGeneration.

diP generation

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Ο «πιλότος» που βοήθησε τον Αστερίξ και τους άλλους να πετάξουν

dimart

 oursΤο γαλλικό περιοδικό κόμιξ Pilote και οι πτήσεις του

—της Ειρήνης Βεργοπούλου—

Την 1 Ιουνίου του 1959, κυκλοφόρησε στη Γαλλία το τεύχος 0 —δηλαδή το δοκιμαστικό τεύχος— ενός νέου περιοδικού κόμιξ, με τον τίτλο Pilote. Η δημιουργία του ήταν πρωτοβουλία των σεναριογράφων κόμιξ René Goscinny και Jean-Michel Charlier, μαζί με τους σκιτσογράφους Albert Uderzo και Jean Hébrard. Στην προσπάθειά τους αυτή, οι ιδρυτές μάζεψαν τους πιο ευρηματικούς και ταλαντούχους καλλιτέχνες του είδους από Γαλλία και Βέλγιο· προσανατολίστηκαν σε περιεχόμενο που απευθυνόταν και σε πιο ενήλικο κοινό, σε αντίθεση με την παραδοσιακή μέχρι τότε στόχευση στα μικρά παιδιά και τους έφηβους. Απέναντί τους είχαν τα πολύ πετυχημένα περιοδικά του είδους Tintin και Spirou, που είχαν πρώτα αυτά, και ως γαλλοβελγική σύμπραξη, από χρόνια καθιερωθεί.

Η ίδια ομάδα που έφτιαξε το Pilote είχε ιδρύσει πριν από χρόνια τα πρακτορεία Édipresse and Édifrance , μέσω των οποίων εξέδιδαν και διένεμαν ως ένθετο…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 482 επιπλέον λέξεις

Η γεμάτη σφρίγος ακρωτηριασμένη τέχνη της Μαρί Καταγιάμα

dimart

Η νεαρή γιαπωνέζα καλλιτέχνης δημιουργεί γλυπτά και καμβάδες με το ίδιο το λειψό κορμί της

—της Ειρήνης Βεργοπούλου—

Η 30χρονη Μαρί Καταγιάμα προφανώς δεν είναι ο τύπος που το βάζει εύκολα κάτω.  Γεννημένη το 1987 στην πόλη Σαϊτάμα της Ιαπωνίας, προσβλήθηκε σε παιδική ηλικία από μια σπάνια ασθένεια και, για να σωθεί, έπρεπε να της κοπούν και τα δυο πόδια στα άκρα τους. Από αυτό το «κομμένο» όμως σώμα αυτή από νωρίς κιόλας δημιούργησε ένα διαρκώς μεταλλασσόμενο έργο τέχνης. Άρχισε, κορίτσι ακόμα, να ζωγραφίζει τα προσθετικά της μέλη και να τραβά τις πρώτες φωτογραφίες της με την ίδια σαν υποκείμενο και θέμα. Μεγαλώνοντας, συνέχισε με το να μεταμορφώνει και να μετασχηματίζει τον εαυτό της, με τη βοήθεια περίεργων στολών που της αρέσει να ράβει, σε απομιμήσεις γνωστών κλασικών πινάκων ή θεατρικών ρόλων, ενώ παράλληλα έχει τελειώσει την σχολή Καλών Τεχνών του πανεπιστημίου του Τόκιο. Οι φωτογραφίες της, με θέμα την…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 27 επιπλέον λέξεις

Amadeus

dimart

Αυτό δεν είναι τραγούδι #966
Dj της ημέρας, η Ειρήνη Βεργοπούλου

«Θα μιλήσω για σένα, Πάτερ.
Μιλάω για όλες τις μετριότητες στον κόσμο.
Είμαι ο υπέρμαχός τους.
Είμαι ο προστάτης άγιος τους….
…..Μετριότητες ολούθε, σας συγχωρώ….
…σας συγχωρώ….σας συγχωρώ……»

(Τελευταία σκηνή του «Αμαντέους» του Μίλος Φόρμαν, από το 1984. Ο Σαλιέρι, γέρος και μισότρελος, σε άσυλο, έχει μόλις συνταράξει με τις αποκαλύψεις του, τον νεαρό ιερέα που είχε έρθει να τον εξομολογήσει.

«Εγώ σκότωσα τον Μότσαρτ», του είπε μεταξύ άλλων. Δεν μπορούσε να αντέξει το μεγαλείο του. Το ότι ο Θεός «μιλούσε» μέσα από εκείνο το γελοίο παιδαρέλι. Ω, ο πόνος της μετριότητας, της ασημαντότητας ακόμα, μπροστά στη μεγαλοφυΐα. Η μεγαλοφυΐα εκείνη, το αφύσικο ταλέντο μέσα στο σώμα ενός σαλτιμπάγκου, έπρεπε να τιμωρηθεί, με πρόωρο θάνατο. Ο γέρος Σαλιέρι τώρα, ευλογεί τους εξαθλιωμένους, τους παραπεταμένους της κοινωνίας, τους αλλοπαρμένους, τους ανοϊκούς  μέσα στο άσυλο, και καγχάζει για τον ίδιο του…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 115 επιπλέον λέξεις

Post Navigation

Αρέσει σε %d bloggers: