Ειρήνη Βεργοπούλου

ΟΙ NEW YORK TIMES, ΤΑ FAKE NEWS ΚΑΙ Ο ΣΧΕΔΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟΣ «ΛΟΥ ΓΚΡΑΝΤ»

Ειρήνη Βεργοπούλου

safe_image

[ Αναδημοσίευση από το Dim/art, εχθές βράδυ]

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1456
Dj της ημέρας, η Ειρήνη Βεργοπούλου

Κάποτε ήταν μια σειρά αμερικάνικη, από τις ωραίες τους, εκείνης της ωραίας Αμερικής, που πήγαινε μπροστά με τα χίλια και μας υποσχόταν πολλά, παρ’ όλα τα παράπονα που της είχαμε για άλλους πολιτικούς λόγους που συνέτρεχαν παράλληλα.

Ήταν οι Η.Π.Α με τον νέο-κυματικό τους κινηματογράφο του τέλους των 60ς και όλων των 70ς, εκείνον του Κόπολα, του Σκορσέζε, του Άλεν, του Πόλακ, του Λιούμετ, άντε και του Λούκας με τα άστρα του. Ήταν οι Η.Π.Α της Ουάσινγκτον Ποστ, που δοξάστηκε τότε για την ερευνητική δημοσιογραφία της όταν ξεσκέπασε το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ και ανάγκασε τον συντηρητικό Νίξον σε παραίτηση, και της οποίας εφημερίδας οι δημοσιογράφοι έγιναν ήρωες στο λατρεμένο (μας) «Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου» με τις φυσιογνωμίες των Ρέντφορντ και Χόφμαν. Αμερικάνικη εφημερίδα τότε —χάρτινες πάντα μιλάμε, είμαστε ακόμα σε λίθινη…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 584 επιπλέον λέξεις

ΟΙ NEW YORK TIMES, ΤΑ FAKE NEWS ΚΑΙ Ο ΣΧΕΔΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟΣ «ΛΟΥ ΓΚΡΑΝΤ»

safe_image

[ Αναδημοσίευση από το Dim/art, εχθές βράδυ]

 

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1456
Dj της ημέρας, η Ειρήνη Βεργοπούλου

Κάποτε ήταν μια σειρά αμερικάνικη, από τις ωραίες τους, εκείνης της ωραίας Αμερικής, που πήγαινε μπροστά με τα χίλια και μας υποσχόταν πολλά, παρ’ όλα τα παράπονα που της είχαμε για άλλους πολιτικούς λόγους που συνέτρεχαν παράλληλα.

Ήταν οι Η.Π.Α με τον νέο-κυματικό τους κινηματογράφο του τέλους των 60ς και όλων των 70ς, εκείνον του Κόπολα, του Σκορσέζε, του Άλεν, του Πόλακ, του Λιούμετ, άντε και του Λούκας με τα άστρα του. Ήταν οι Η.Π.Α της Ουάσινγκτον Ποστ, που δοξάστηκε τότε για την ερευνητική δημοσιογραφία της όταν ξεσκέπασε το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ και ανάγκασε τον συντηρητικό Νίξον σε παραίτηση, και της οποίας εφημερίδας οι δημοσιογράφοι έγιναν ήρωες στο λατρεμένο (μας) «Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου» με τις φυσιογνωμίες των Ρέντφορντ και Χόφμαν. Αμερικάνικη εφημερίδα τότε —χάρτινες πάντα μιλάμε, είμαστε ακόμα σε λίθινη περίπου εποχή— σήμαινε στο μυαλό πολλών ρομαντικών ευρωπαίων εδώ ελεύθερη δημοσιογραφία, τολμηροί, ωραίοι τύποι, απόγονοι εκείνων της θεατρικής «Πρώτης Σελίδας» του 1928 ή του ερευνητή που σκαλίζει τη ζωή του «Πολίτη Κέιν» στην αντίστοιχη ταινία του 1941. Ακόμα, σήμαινε μεγάλες κυκλοφορίες, απήχηση στο κοινό που μετρούσε. Φαντασίωση ίσως; Μισή αλήθεια; Γοητευτική όμως.

Για την τιβί τους αντίστοιχα, στο σινεμά φτιαχνόντουσαν αριστουργηματικά σενάρια όπως αυτό του «Το Δίκτυο», που στα 1977 μιλούσε διαυγέστατα για πράγματα που στην Ελλάδα π.χ. ήρθαν 25 χρόνια μετά.

Τω καιρώ εκείνω, τέλος πάντων, ξεκίνησε να παίζεται μια ευφυής, ευγενής, γεμάτη συναίσθημα και σπιρτάδα συμπαθέστατη σειρά, με ήρωα έναν αρχισυντάκτη σε εφημερίδα του Λος Άντζελες, ο οποίος λεγόταν Λου Γκραντ. Η εφημερίδα λεγόταν Λος Άντζελες Τρίμπιουν και στην πραγματικότητα ήταν έμμεση αναφορά στη δημοσιογραφική εγκυρότητα και τιμιότητα που εθεωρείτο ότι είχε η Ουάσινγκτον Ποστ. Στη σειρά, η εφημερίδα είχε γυναίκα διευθύντρια , όπως συνέβαινε και στην πραγματική Ποστ, που είχε την Κάθριν Γκράχαμ στα ηνία.

Η σειρά παίχτηκε για πέντε σεζόν, όταν «σεζόν» στην τι βι ήταν κανονικός χρόνος, όχι κάποιος αριθμός επεισοδίων, όπως γίνεται στις πλατφόρμες τώρα. Ο τηλεοπτικός λοιπόν «Λου Γκραντ» εργαζόταν στην φανταστική Λος Άντζελες Τρίμπιουν από 1977 έως 1982, και παίχτηκε και στην ελληνική τηλεόραση μαυρόασπρος αρχικά και ύστερα έγχρωμος, αλλά μετά πέρασε φοβάμαι στη λήθη. Δεν γνωρίζω αν την έβλεπαν τη σειρά και αν τη θυμούνται Έλληνες θεατές σήμερα. Ίσως είχε μια αφέλεια, παρ’ όλη την εξυπνάδα του σεναρίου και την πετυχημένη σκιαγράφηση χαρακτήρων, που θαρρώ αντανακλούσαν συγκεκριμένους κοινωνικούς τύπους (διττή έννοια) της εποχής και σύμφωνα με το zeitgeist της. Όπως π.χ. η νεαρή μαχόμενη φεμινίστρια συντάκτης που δεν θέλει αρχικά ποτέ να παντρευτεί, η ακριβοδίκαιη αρχοντική ιδιοκτήτρια παλαιάς κοπής, ή ο χίπι διανοούμενος φωτογράφος. Έχω δει επεισόδια στο youtube, που μου φέρνουν όμως ένα γλυκόπικρο χαμόγελο: διότι αρκετά διαφορετικά εξελίχθηκαν τα πράγματα στις επόμενες δεκαετίες. Τα 80ς ερχόντουσαν καλπάζοντας, τα πρότυπα έγιναν τελικά άλλα, οι άνθρωποι έγιναν λιγότερο γλυκείς να το πω, τα είδωλα της μικρής οθόνης έγιναν συχνά αυτοί που ο Λου ίσως δεν θα τους έκανε παρέα. Άλλα θέματα ωστόσο πήγαν βέβαια και καλύτερα, κατά περίπτωση . Έχει πλάκα π.χ. και είναι δημοφιλές στο youtube ένα επεισόδιο από το 1982, όπου ο Λου κοιτάει πολύ απορημένος τον πρώτο υπολογιστή όπου θα γράφονται πλέον τα άρθρα.

Τον θυμήθηκα τον Λου και το επιτελείο του αυτές τις ημέρες που οι Νιου Γιορκ Τάιμς έγραψαν ιστορία με το μνημειώδες εξώφυλλο με τα ονόματα και το σύντομο «βιογραφικό» των νεκρών από Covid-19.

Τους Νιου Γιορκ Τάιμς, προ διαδικτύου, τους αγόραζες από περίπτερο στην Ομόνοια, όπως έκανε συχνά ο πατέρας μου, ή τους διάβαζες δωρεάν μαζί άλλα συναρπαστικά αμερικανικά περιοδικά και εφημερίδες —που μας φαινόντουσαν ότι ερχόντουσαν από άλλο γαλαξία— στη βιβλιοθήκη της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, όπου χανόμουν με τις ώρες όταν σπούδαζα και είχα χρόνο. Τον θυμήθηκα τον Λου με όλη αυτή τη συζήτηση για τα fake news, που είναι από τα μείζονα ζητήματα και γρίφους για τον σύγχρονο κόσμο. Σε άυλη μορφή πια τα νέα, τα όποια νέα, πολύ λιγότερο σε χαρτί. Και μου έρχεται αυτό το ωραίο σήμα έναρξης στο μυαλό, από τη σειρά. Που ξεκινάει με το πουλάκι που κελαηδά στο δένδρο, τη μπουλντόζα που κόβει το δέντρο, το ξύλο που περνάει από επεξεργασία ώστε να μετατραπεί σε χαρτί, το χαρτί που μέσα από τους κυλίνδρους γίνεται εφημερίδα, και η σελίδα της εφημερίδας που γίνεται τελικά ο προστατευτικός πάτος σε ένα κλουβί πουλιού σε ένα σπίτι όπου ο νοικοκύρης διαβάζει την εφημερίδα του.

Και ύστερα μου λες, γιατί να θυμόμαστε σήμερα τον Λου Γκραντ.

 

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Τα κορίτσια

via Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Τα κορίτσια

Για τον «Άνθρωπο στη Σκιά», του Νικόλα Σεβαστάκη.

IMG_20200205_120849

 

Σαν απλή αναγνώστρια κρίνοντας, και χωρίς την ευρυμάθεια, τα πολλαπλά διαβάσματα και τις γνώσεις ενός συστηματικού κριτικού λογοτεχνίας, θαρρώ πάντως πώς το μυθιστόρημα του Nicolas Sevastakis «Άνθρωπος στη Σκιά» πρέπει να είναι από τα μείζονα ελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων μερικών ετών.
Κυρίως για την τόλμη του να αναφερθεί στα γεγονότα -και στις πληγές- της σχετικά πρόσφατης κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας της Ελλάδας, αυτής από τη δεκαετία του ’70 και ύστερα. Αυτό το χρονικό διάστημα, θεωρείται ακόμα «πρόσφατο» για την ελληνική λογοτεχνία η οποία δεν έχει καταγράψει επαρκώς όσα έχουν συμβεί, αλλά μένει ακόμα στην αποτύπωση των πιο πριν και πολύ πιο πριν ιστορικών μας εποχών: επειδή προφανώς για την Ιστορία και τη Λογοτεχνία, τα σαράντα, τα τριάντα, τα είκοσι χρόνια, θεωρούνται πολύ «καινούργια» ακόμα, και με ζητήματα ενεργά, άλυτα, ριψοκίνδυνα στην ανάλυση και αποτίμηση τους. Βεβαίως, ένας αριθμός άλλων βιβλίων σύγχρονων και άξιων Ελλήνων λογοτεχνών έχουν και αυτά τολμήσει στην καινούργια εκδοτική παραγωγή των λίγων τελευταίων χρόνων να αναφερθούν μυθοπλαστικά ή μη, βιωματικά ή μη, στις μέρες από μετά τη Μεταπολίτευση ως το φλέγον «σήμερα» -και αυτό είναι μια κατάκτηση των τωρινών Ελλήνων συγγραφέων. Το βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη είναι γραμμένο με άρτιο τρόπο, με μετακινήσεις μπρος-πίσω στα χρονικά διαστήματα της διαδρομής των ηρώων, ζωές που διαπλέκονται αναμεταξύ τους είτε με σχεδιασμό ή από καπρίτσιο της μοίρας. Το «φάντασμα», η «σκιά» λοιπόν, είναι του κεντρικού ήρωα Φάνη Αυγερινού, που ξεκινά ήδη νεκρός στις πρώτες σελίδες. Αλλά στην εξέλιξη, κεφάλαιο με κεφάλαιο, μας παρουσιάζεται όλη η πορεία του βίου του, ζυμωμένη μέσα στα ταραγμένα χρόνια της χούντας, της Μεταπολίτευσης αλλά και μέχρι τα σημερινά, σε ένα επώδυνο και διαρκές αλλά συναρπαστικό φλας μπακ, με εξαιρετικά ρεαλιστικό περίγραμμα των χαρακτήρων, οι οποίοι «αναπνέουν» και ακολουθούν δυναμικά τον αναγνώστη στη διάρκεια της ανάγνωσης. Τον αναγνώστη του 2020, που ζητά και αυτός μια οπτική γωνία, μέσα από το πρίσμα του 21ου αιώνα. Εύγε και ευχαριστούμε.

“No, no, poor suff’ring Heart, no Change endeavour” : με αφορμή την «Ευνοούμενη», ένα ποίημα του John Dryden σε μετάφραση.

53786405_826245367727181_4712878948319494144_n (1)

Dryden, by John Michael Wright, 1668//
Εικόνα: από τη Wikipedia.

[Πρώτη δημοσίευση ανάρτησης και πολλές ευχαριστίες, στο Varelaki.blogspot της Ασημίνας Ξηρογιάννη]

Στην ταινία «Η ευνοούμενη» του Γιώργου Λάνθιμου, που παίζεται αυτόν τον καιρό  στους κινηματογράφους, υπάρχουν πολλές σκηνές μέσα στο παλάτι της Βασίλισσας Άννας, όπου βλέπουμε και  τις εκτενέστατες βιβλιοθήκες της, με τους εκατοντάδες τόμους κλασικά, παλιά βιβλία της εποχής. Σε μια  σκηνή, η μία εκ των τριών βασικών ηρωίδων, η Σάρα Τσέρτσιλ – Λαίδη Μάλμπορο, εξοργισμένη με τα τεχνάσματα της εξαδέλφης της Αμπιγκέηλ, ψάχνει στα ράφια της βιβλιοθήκης ανεβασμένη σε σκάλα, και εκσφενδονίζει βαριά βιβλία από εκεί προς την Αμπιγκέηλ, για να την χτυπήσει. Και τη ρωτά έξαλλη, που βρίσκεται ο τόμος με τα ποιήματα του Τζων Ντράιντεν , που η βασίλισσα διαβάζει.

54268156_377959673045963_2895683731400425472_n (1)

 

 

 

 [Με αυτή την αφορμή, έψαξα για κάποιο ποίημα του Ντράιντεν για να καταπιαστώ, και επέλεξα αυτό: ένα τραγούδι-ποίημα  από το θεατρικό έργο  «Κλεομένης, ο ήρωας της Σπάρτης», του John Dryden, που ανέβηκε στο Βασιλικό Θέατρο το 1692.

Ο John Dryden (1631-1700), ήταν σημαντικότατος ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής και κριτικός λογοτεχνίας του 17ου αιώνα, από τους θεμελιωτές της Αγγλόφωνης γραμματείας.]

Πηγή των αγγλικών στίχων :    http://www.bartlby.com και www.theatredatabase.com

https://www.bartleby.com/204/177.html



https://www.theatredatabase.com/17th_century/john_dryden_004.html

 

[Απόδοση στα ελληνικά και συνοδευτικά στοιχεία:
 Ειρήνη Βεργοπούλου]

Όχι, όχι, καημένη μου καρδιά, μην πασχίζεις να αλλάξεις,

Διάλεξε να κάνεις το σωστό, παρά να την αφήσεις.

Τα γητευμένα μάτια μου κρατούν τόση απ’ την ομορφιά της,

Που μπορώ να αποθάνω για αυτήν, μα όχι να ζω μακριά της.

Ένας τρυφερός της στεναγμός που με κάνει να μαραζώνω

Αρκεί με το παραπάνω για το τίμημα που πληρώνω :

Πρόσεχε, ω σκληρό Ξωτικό, πώς μου χαμογελάς,

Καθώς ήταν με ένα γλυκό σου βλέμμα που με κατανικάς.

2.

Η αγάπη ένα φυλαγμένο  μου έχει  λεπτό χαράς

Και Ετούτη η ίδια είναι που θα τελειώσει τον πόνο μου κατ’ αρχάς.

Και μετά, καμιά μέρα  Ευτυχίας ή Απόλαυσης χωρίς:

Οι καιροί θα φεύγουν γοργά  χωρίς να το κατανοείς.

Ο Έρως θα φυλά την πόρτα σφαλιστά για να μας κάνει τη χάρη,

Ώστε να κρατά τον Χρόνο και τον Θάνατο έξω, όταν είναι να μας πάρει:

Ο Χρόνος και ο Θάνατος θα αναχωρήσουν , πετώντας και μιλώντας,

Η Αγάπη βρήκε τον τρόπο να ζει, θα λένε, τον ίδιο τον θάνατο σκορπώντας

 

NO, no, poor suff’ring Heart, no Change endeavour,

Choose to sustain the smart, rather than leave her;

My ravish’d Eyes behold such Charms about her,

I can dye with her, but not live without her

One tender Sigh of hers to see me Languish,         5

Will more than pay the price of my past Anguish:

Beware, O cruel Fair, how you smile on me,

’Twas a kind look of yours that has undone me.

2

Love has in store for me one happy Minute,

And She will end my pain who did begin it;         10

Then no day void of Bliss, or Pleasure leaving,

Ages shall slide away without perceiving:

Cupid shall guard the Door the more to please us,

And keep out Time and Death, when they would seize us:

Time and Death shall depart, and say in flying,         15

Love has found out a way to Live by Dying.

 

 

 

“No, no, poor suff’ring Heart, no Change endeavour /// του John Dryden

https://varelaki.blogspot.com/2019/03/no-no-poor-suffring-heart-no-change.html?fbclid=IwAR154xLON64WiYVl-IHD9mhB_5NhFxzgLmS7FJNR2rQluICrATwp8yQyeq0

Χρήστος Αγγελάκος – Ψεύτικοι δίδυμοι

Πανδοχείο

Λυτές ψυχές σε άλυτους δεσμούς

Ο Νικ και ο Ιβ (Ιβάν) περνιούνται για δίδυμοι ενώ δεν είναι ούτε αδέρφια. Έλληνας ο ένας, Βούλγαρος ο άλλος, ψήνονται οριστικά και αμετάκλητα ως φίλοι, παρά την εξάρτηση της οικογένειας του δεύτερου απ’ του πρώτου. Κάνουν τα αγροτικά τανκς, το τρακτέρ πύργο, την αυλή χώρο διαρκώς εναλλασσόμενων θαυμάτων, το υπόστεγο καταφύγιο. Γίνονται Μπόλεκ και Λόλεκ με μια σκυλίτσα ονόματι Νόρμα. Το δικό τους κεφάλαιο είναι τριτοπρόσωπο κι η γλώσσα του έχει ταυτόχρονα μια εξαίσια μεταφορικότητα και μια ωμή γείωση

Ο Ιβ και ο Βικ (Βίκτωρας) είναι δίδυμοι αλλά δεν έχουν αδελφική σχέση. Στα δικά του κεφάλαια ο Βικ γράφει επιστολές απευθύνεται σε πρώτο πρόσωπο από την φυλακή όπου έχει γνωρίσει ένα νέο είδος δόσης, το διάβασμα, χάρη στον κύριο Παυλάτο, που τον εφοδιάζει συνεχώς με βιβλία, άρα με λέξεις άγνωστες που μαζεύει και φυλάει στο μυαλό του κι επιστρέφει για να τους δώσει άλλη…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.800 επιπλέον λέξεις

Ελφρίντε Γέλινεκ – Εκ βαθέων (Συνομιλία με την Κριστίν Λεσέρ)

Πανδοχείο

ek2

Η ανύπαρκτη γλώσσα της γυναίκας

Σπανίζουν οι γυναίκες που κατορθώνουν να χαράξουν το όνομά τους στον ψυχρό κόσμο των ανδρικών αριστουργημάτων. Κοιτάξτε την Ingeborg Bachmann που κάηκε μέσα στη νάιλον νυχτικιά της! Κοιτάξτε την Sylvia Plath με το κεφάλι χωμένο στο φούρνο φωταερίου. Επίσης έχω κατά νουν την θλιβερή ζωή της Marie Louise Fleisser, που ως συγγραφέα την θεωρώ ανώτερη από τον Brecht. Ο Brecht, αφού είδε το θεατρικό της έργο στο Βερολίνο, την ξετίναξε και τότε αυτή επέστρεψε στη βαυαρική επαρχία της, για να ζήσει μιαν άθλια ζωή πουλώντας πούρα το μαγαζί του άντρα της. Αυτόν ακριβώς τον φοβερό εξευτελισμό της γυναίκας – εξευτελισμό του έργου της και του σώματός της – τον έχει περιγράψει έξοχα η Ingeborg Bachman. [σ. 64]

Σπάνια ένα βιβλίο εκατόν είκοσι σελίδων μπορεί να εγκιβωτίζει μια τόσο συναρπαστική συνομιλία πάνω στο έργο, την σκέψη και την συγγραφική προσωπικότητα ενός λογοτέχνη· πόσο μάλλον όταν η…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.719 επιπλέον λέξεις

Astrid Lindgren – Kitty Crowther – Ο νάνος δεν κοιμάται

Πανδοχείο

Οι ακοίμητοι σύντροφοι

Τώρα έχει νυχτώσει. Τώρα κοιμάται το παλιό αγρόκτημα και όλοι όσοι ζουν εκεί. Όλοι εκτός από έναν… Κάπως έτσι αρχίζει η μαγική ιστορία της Λίνγκρεν, που μας αφήνει να δούμε τι συμβαίνει μέσα στην βαθιά ησυχία μιας χειμερινής, χιονισμένης νύχτας. Αυτός που δεν κοιμάται είναι ένας νάνος που έχει δει εκατοντάδες χειμώνες. Τώρα σηκώνεται κι επιβλέπει τις κάμαρες και τα καμαράκια του αγροκτήματος κι ύστερα πηγαίνει σ’ όλα τα ζώα και τους μιλάει με την γλώσσα των νάνων, «μια σιωπηλή μικρή γλώσσα που όλα καταλαβαίνουν». Καθώς ο βαρύς χειμώνας απλωθεί σα λευκή κουβέρτα σ’ όλα τα τοπία, ο νάνος σπεύδει όχι μόνο να προσφέρει μικρές νυχτερινές φροντίδες στα πλάσματα της φάρμας αλλά και να τους υπενθυμίσει ότι κι αυτή η εποχή θα κάνει την θητεία της και σειρά θα πάρει η άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, στον αέναο κύκλο της ζωής.

Σε ιστορίες σαν κι αυτή…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 445 επιπλέον λέξεις

Εκδοχές

Στρατής Φάβρος - Strates Fabbros

Δεν μ’ ενδιαφέρει βιβλία να εκδώσω
μήτε με ενδιαφέρει βιβλία μου να προωθώ

Δεν με ενδιαφέρει με τον Αχιλλέα σ’ Ηλύσια
κάποτε Πεδία να δειπνώ, ούτε σιμά 
στου Σολωμού το θρόνο να πατώ

Κουβέντα με τον Σέλλευ τον Πόε τον Σεφέρη
τον Νίκο ή τον Cid δεν θα ξεχνώ να στήνω
και τα βιβλία μου τα παίρνω και τα δίνω

Κείνο που μ’ ενδιαφέρει η ζέστα είν’ τα βράδια του χειμώνα
η κυρά μου να μη με σιχτιρά που δεν έκανα λεφτά
τα καλοκαίρια να χουν λίγη ξεγνιασιά

είμ’ άνθρωπος απλός δίχως φιλοδοξία τζίτζικας σωστός
την ηδονή που μου ταξα να παίρνω,
απ’ την ανάγνωση και τη γραφή και κανα φρούτο ξεχασμένο
βανίλια να μυρίζει ρούσο, λευκό εν’άνθος τρυφερό


Δεν μ’ ενδιαφέρει βιβλία να εκδώσω
μήτε με ενδιαφέρει βιβλία μου να προωθώ

Δεν με ενδιαφέρει με τον Αχιλλέα σ’ Ηλύσια
κάποτε Πεδία να δειπνώ, ούτε σιμά
στου Σολωμού το θρόνο…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 84 επιπλέον λέξεις

Iφιγένεια Σιαφάκα, Το μήλο του Μαγκριρίτ και οι γάτες

Ενύπνια Ψιχίων

.

Περιοδικό Στάχτες

 Αγαπημένε μου Σαιν Νικολά,

έχεις γατάκια εσύ; Πώς θα έρθεις φέτος στις Βρυξέλλες; Με τανκ; Eμείς δεν πάμε πολύ νηπιαγωγείο εδώ, θα δούμε πότε θα είναι κανονικό, και ούτε στη φύλαξη πάμε, και είμαι στο σπίτι με κάλτσες χοντρές και φόρμες, και βαριέμαι κάπως κι έχω φάει και πολλές σταφίδες, γιατί κάτι άνθρωποι σκοτώσανε ξαφνικά κάτι ανθρώπους στο Παρίσι, και είπανε ότι μπορεί να σκοτώσουνε κι εμάς τους άλλους ανθρώπους εδώ στις Βρυξέλλες. Άρχισα και έκλαιγα, και τότε που γίνανε τα μπαμ μπουμ δεν κοιμήθηκα το βράδυ. Ο μπαμπάς είχε πει τότε στη μαμά να πάρει αμέσως τηλέφωνο τη θεία Κάρλα και το θείο Σανκάρ στη Γαλλία, και είπαν ότι δεν ήξεραν πού ήταν ο ξαδερφός μου, που είχε πάει στη μουσική στο συγκρότημα, και η μαμά άρχισε να κλαίει.

Δείτε την αρχική δημοσίευση 987 επιπλέον λέξεις

Γιάννης Τσίγκρας, Σα να ’ταν μανουάλια

Ενύπνια Ψιχίων

.

Αυτός ο άνθρωπος απολογείται στα δέντρα
ζητώντας, μ’ ένα του χεριού του τίναγμα,
την υπόκρουση ενός μαντολίνου,
όπως ο σαλτιμπάγκος κρέμεται, για να υπάρξει,
Από την πίκρα και το γέλιο των αγνώστων.

Αυτός ο άνθρωπος περιγράφει στα φυλλώματα,
την ουσία της αθωότητας,
όσων περπατούν ακόμη στο όνειρο ενός πουλιού.
Κι οι κομήτες μπαίνουν στο δωμάτιο
απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα
και τα μπαούλα αχνίζουν τα νυχτερινά του Σοπέν.

Α, υπήρξε η εποχή που ο αρχάγγελος
υάκινθο, αντί για ρομφαία, κρατούσε
και όριζαν οι τελευταίες παιδικές φωνές
δρόμους προς το φεγγάρι.

Υπήρξεν η εποχή που οι γυναίκες
έψαχναν, κάτω από τη σκάλα, για τους πεθαμένους τους
κι ένας μικρός αέρας από το παράθυρο
έσβηνε τα μεγάλα μάτια τους
σα να’ ταν μανουάλια.

Artwork: Katherine Boland

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Post Navigation

Αρέσει σε %d bloggers: